Η παγκόσμια οικονομία όδευε στην ύφεση κυρίως εξαιτίας των χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης της Κίνας, ωστόσο τώρα τα δεδομένα έχουν τροποποιηθεί δραστικά. Χρηματιστήρια διεθνώς καταγράφουν ιστορικά χαμηλά, με την πτώση των μετοχών να αφαιρεί έως και 16 τρισ. δολάρια από την παγκόσμια κεφαλαιοποίηση, οι χώρες Σένγκεν υποχρεώνονται να κλείσουν τα εξωτερικά τους σύνορα και να μετριάσουν τις μετακινήσεις στα εσωτερικά, Ιταλία και Ισπανία δοκιμάζονται με άδηλη την έκβαση, αερομεταφορείς βρίσκονται στα πρόθυρα της κατάρρευσης (σ.σ.: η Aegean πρόσφατα προχώρησε σε ανανέωση του στόλου της, ύψους 6,6, δισ. ευρώ), κράτη που εξαρτώνται από τον τουρισμό κάνουν ήδη ταμείο για την παρούσα και την επερχόμενη ζημιά και η διατάραξη της παραγωγικής και εφοδιαστικής αλυσίδας είναι δεδομένη.

Πανευρωπαϊκά, εντοπίζεται μια δομική αλλά αντικειμενική αντίφαση: από τη μια, έχουμε το κλείσιμο συνόρων, επικείμενες εθνικοποιήσεις – βλ. Alitalia αλλά και δήλωση γάλλου υπουργού Λε Μερ για προστασία μεγάλων γαλλικών εταιρειών με ανακεφαλαιοποίηση, απόκτηση ποσοστού, ακόμη και εθνικοποίηση – και περιχαράκωση στα εθνικά όρια, από την άλλη, η ανάγκη για συλλογική ευρωπαϊκή δράση είναι περισσότερο επιτακτική παρά ποτέ. Αν η ΕΕ δεν δείξει την ενδεδειγμένη αποφασιστικότητα και ομοψυχία, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα θα βρεθεί αντιμέτωπο με τον κίνδυνο οριστικής αποσάρθρωσης. Πρέπει, προς τούτο, πέραν των άλλων, χωρίς δισταγμό και καθυστερήσεις να ενεργοποιηθούν τα χρηματοδοτικά εργαλεία από πλευράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Η τελευταία πρέπει να πληθωρίσει άφθονο χρήμα για να μετριάσει τις οδυνηρές και πολυεπίπεδες συνέπειες, προσφέροντας ρευστότητα σε τράπεζες και επιχειρήσεις, εμμέσως δε και στα νοικοκυριά. Ενας τρόπος θα μπορούσε να είναι με την αγορά εθνικών ομολόγων άνω της 10ετίας με χαμηλότοκο επιτόκιο, 0,25%.

Οι ΗΠΑ, με την Κεντρική τους Τράπεζα να έχει ασφαλώς μεγαλύτερη ευελιξία από την ΕΚΤ, ετοιμάζονται να διαθέσουν 850 δισ. δολάρια για να στηριχθούν οι τομείς που κινδυνεύουν να βυθιστούν σε ύφεση και να επικρατήσει καθησυχασμός στις αγορές. Οπωσδήποτε, οι επικείμενες προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου έπαιξαν ρόλο στην ανάληψη δραστικών πρωτοβουλιών από πλευράς Τραμπ, δεδομένου ότι μέχρι πριν από λίγες ημέρες ο ένοικος του Λευκού Οίκου εμφανιζόταν καθησυχαστικός, αν όχι περιφρονητικός έναντι του κορωνοϊού.

Στο γεωπολιτικό πεδίο, η διαχείριση της κρίσης και κυρίως η χρονική διάρκεια καθώς και η κατάληξή της θα μπορούσαν κάλλιστα να επιδράσουν στο αποτελέσμα των προεδρικών εκλογών των ΗΠΑ. Νωρίτερα, το Ιράν θα περάσει από μεγάλη δοκιμασία, καθώς ο συνδυασμός πολλαπλών κρουσμάτων και κυρώσεων (διεθνούς απομόνωσης) δημιουργεί εκρηκτικό μείγμα για το καθεστώς – ήδη τεστάρονται οι σχέσεις σκληροπυρηνικών και πιο μετριοπαθών.

Στην Τουρκία, παρά τις προσπάθειες απόκρυψης κρουσμάτων, οι επιπτώσεις σε μια ταραγμένη οικονομία σε συνάρτηση με την αναμενόμενη μείωση των τουριστικών ρευμάτων θα αυξήσουν την πίεση στον Ερντογάν. Εξού και η αστραπιαία, ανορθόδοξη μείωση των επιτοκίων δανεισμού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πλέον η Νιγηρία (μεγαλύτερη χώρα και οικονομία της Αφρικής), με υπαρκτό τον κίνδυνο η εύθραυστη οικονομία της να είναι από τα «θύματα» του κορωνοϊού, δεδομένης και της πτώσης των τιμών του πετρελαίου. Επίσης, οι προσφυγομεταναστευτικές ροές θα επηρεαστούν θεαματικά, καθώς θα επιχειρηθεί να σφραγιστούν τα σύνορα. Μένει να διαπιστωθεί και πώς θα αλλάξουν οι διεθνείς ισορροπίες, με τις ΗΠΑ να μην αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο και την Κίνα να τον διεκδικεί.

Γράψτε το σχόλιο σας