Ήταν 26 Ιουλίου 2012. Εκείνη την ημέρα, ο τότε επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, υποστήριξε ότι θα κάνει ό,τι χρειαστεί (“whatever it takes”) για να υποστηρίξει το ευρώ. Με αυτό τον τρόπο εγκαινίασε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να διατηρηθεί η ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος και να υπάρξει μια έστω και αναιμική ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Μπορεί να ήρθε με καθυστέρηση σε σχέση π.χ. με τις ΗΠΑ όπου η FED εφάρμοσε σχετικά προγράμματα νωρίτερα, συμβάλλοντας και στην ταχύτερη έξοδο της αμερικανικής οικονομίας από την ύφεση, όμως εκτιμήθηκε ότι με την πρωτοβουλία αυτή κατάφερε να σπάσει την αναβλητικότητα και την επιφυλακτικότητα που χαρακτήριζε τότε τους ευρωπαϊκούς θεσμούς αλλά και τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και κυρίως τη Γερμανία.

Τώρα είναι η σειρά της Κριστίν Λαγκάρντ να πει το δικό της “whatever it takes” για να αντιμετωπίσει όχι την κρίση του ευρώ αλλά το πώς η Ευρώπη ετοιμάζεται να μπει σε μια ιδιαίτερα βαθιά ύφεση. Ανακοίνωσε έτσι ένα μεγάλο έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων ύψους 750 δισεκατομμυρίων ευρώ για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας. Αυτό σημαίνει ότι το συνολικό ύψος των αγορών που σχεδιάζει να πραγματοποιήσει ως το τέλος του έτους η ΕΚΤ αγγίζει το 1,1 τρισεκατομμύριο ευρώ.

Τα μέτρα αυτά κρίθηκαν αναγκαία με δεδομένη την τεράστια υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας στην ευρωζώνη εξαιτίας της πανδημίας και της πίεσης που υπάρχει προς το τραπεζικό σύστημα και τις αγορές.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι αυτή τη στιγμή συζητιούνται τρόποι παράκαμψης των κανονισμών που υπάρχουν για το τραπεζικό σύστημα ώστε ο μεγάλος όγκος των δανείων οι πληρωμές των οποίων αναστέλλονται να μην θεωρηθούν «κόκκινα», να βρεθεί τρόπος να αντιμετωπιστεί ένα νέο κύμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και να μην θεωρηθούν παράτυπες οι διάφορες κρατικές ενισχύσεις.

Το μεγάλο μέγεθος της ύφεσης και η ανάγκη επιπλέον παρεμβάσεων

Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν ότι χρειάζονται πιο συνολικές παρεμβάσεις. Η πανδημία έχει φέρει τις ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως και την παγκόσμια οικονομία αντιμέτωπη με ένα τεράστιο οικονομικό σοκ που αφορά και τη ζήτηση και την προσφορά.

Οι οικονομολόγοι της Deutsche Bank μιλούν για υποχώρηση της ζήτησης στο πρώτο τρίμηνο του 2020 κατά 32% στην Κίνα, 24% στην Ευρωζώνη και 13% στις ΗΠΑ. Την ίδια ώρα ολόκληροι κλάδοι της οικονομίας απλώς αναστέλλουν συνολικά τη λειτουργία τους εξαιτίας των μέτρων. Αυτό δεν αφορά μόνο τον τουρισμό, την εστίαση και τις μεταφορές αλλά και βιομηχανίες που αναστέλλουν την παραγωγή τους. Αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον στο βραχύ χρόνο η υποχώρηση με όρους ΑΕΠ θα είναι εντυπωσιακή.

Ας σημειώσουμε εδώ ότι παρότι συχνά χρησιμοποιείται η αναλογία με την «πολεμική οικονομία» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην περίπτωση του νέου κοροναϊού υπάρχει μια σημαντική διαφορά.

Τότε υπήρχε τεράστια καταστροφή εγκαταστάσεων, επιχειρήσεων, κεφαλαίων και μεγάλες απώλειες ανθρώπινου δυναμικού, όμως την ίδια στιγμή η ίδια η πολεμική προσπάθεια, με την τεράστια κινητοποίηση πόρων για την παραγωγή εξοπλισμού και εφοδίων για τον πόλεμο ενίσχυε πλευρές οικονομική δραστηριότητας, επιτάχυνε τεχνολογικές εξελίξεις και άφηνε τεχνολογικά και οργανωτικά πρότυπα προς χρήση στη μεταπολεμική περίοδο, όπως φάνηκε από τη γρήγορη επίτευξη ρυθμών ανάπτυξης μεταπολεμικά.

Τώρα, όμως, μιλάμε για τεράστιας κλίμακας επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητα. Όχι για ανακατανομή πόρων προς όφελος κάποιων τομέων, αλλά για συνολική υποχώρηση, για δραστηριότητες που απλώς σταματούν, για αεροπλάνα που είναι καθηλωμένα στο έδαφος, για κατανάλωση που δεν γίνεται πέραν των βασικών, για μονάδες που κλείνουν. Αυτό διαμορφώνει μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Την ίδια ώρα δεν ξέρουμε καν πόσο θα κρατήσει η έκτακτη κατάσταση. Παρότι όλο και πιο πολλές χώρες λαμβάνουν πολύ αυστηρά μέτρα περιορισμού και καραντίνας δεν δείχνει πιθανό αυτά να σταματήσουν σε κοντινό χρονικό διάστημα την πανδημία. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα έχουμε την επιβράδυνση του ρυθμού που θα αποτρέψει την κατάρρευση των συστημάτων υγείας. Ακόμη και ο ερχομός του καλοκαιριού στο Βόρειο Ημισφαίριο είναι πιθανό να μη σημάνει τέλος της πανδημίας, άλλωστε είναι πιθανό να συνεχιστεί στο Νότιο, πράγμα που σημαίνει και νέο κύμα από το φθινόπωρο. Με δεδομένο ότι μέχρι τώρα δεν υπάρχει θεραπεία και το εμβόλιο θα απαιτήσει αρκετό καιρό ακόμη να είναι μαζικά διαθέσιμο, είναι πιθανό να μιλάμε για αρκετούς μήνες έκτακτων μέτρων τώρα αλλά και το ενδεχόμενο ακόμη και μετά από αρχική τους χαλάρωση να μιλάμε για δεύτερο κύμα και της πανδημίας και των μέτρων.

Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια πρωτόγνωρη οικονομική επιβράδυνση, χωρίς προηγούμενο και όντως μια αχαρτογράφητη συνθήκη. Το σίγουρο είναι ότι θα απειλήσει την εργασία πολύ μεγάλου μέρους της παγκόσμιας εργατικής δύναμης αλλά και θα απαιτήσει από τα κράτη πολύ μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις.

Τα όρια της ποσοτικής χαλάρωσης

Τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης είναι προγράμματα που επιτρέπουν την ύπαρξη ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα. Δεν είναι χρήματα που καταλήγουν άμεσα στις επιχειρήσεις ή τους εργαζομένους. Είναι διαδικασίες που επιτρέπουν στις τράπεζες να συνεχίζουν να δανείζουν έτσι ώστε να μην καταρρέει αλλά να τονώνεται η οικονομική δραστηριότητα.

Αυτή είναι η δύναμή τους, αλλά είναι το όριό τους. Μπορούν να συμβάλουν στην αντιστροφή μιας υφεσιακής δυναμικής, αλλά δεν μπορούν να υποκαταστήσουν αυτόματα την τεράστια ανάγκη άμεσης οικονομικής παρέμβασης που απαιτεί η τρέχουσα κατάσταση.

Και αυτό γιατί από τη στιγμή που έχουμε ταυτόχρονα σοκ ζήτησης και σοκ προσφοράς χρειάζεται άμεση ενίσχυση και προς τις επιχειρήσεις και προς τους πολίτες και για να αντέξουν την περίοδο και για να υπάρξουν ξανά επενδύσεις.

Σήμερα, χρειαζόμαστε την κρατική δαπάνη όχι απλώς ως ένεση ρευστότητας αλλά ως κάλυψη όλου του πραγματικού κενού οικονομικής και επενδυτικής δραστηριότητας και εισοδήματος που δημιουργεί η πανδημία.

Η πρόκληση για την Ελλάδα

Η Ελλάδα αυτή τη φορά θα μπει στο νέο έκτακτο πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης». Και την ίδια ώρα είναι εμφανές ότι δεν θα ισχύσουν φέτος οι απαιτήσεις για υπέρογκα πρωτογενή πλεονάσματα. Αυτό σίγουρα δίνει ένα περιθώριο παρεμβάσεων. Όμως, την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι δεν αρκούν.

Η χώρα μας παραμένει βαθιά τραυματισμένη από τα μνημόνια. Ακόμη και πριν την πανδημία είχαμε εξαιρετικά υψηλό ποσοστό ανεργίας. Την ίδια ώρα αντιμετωπίζουμε την συγκυριακή έστω κατάρρευση ολόκληρων κλάδων που τους θεωρούσαμε «ατμομηχανή» , όπως είναι ο τουρισμός, τη στιγμή που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που πλήττονται έχουν ξεχωριστή βαρύτητα στην ελληνική οικονομία. Αλλά και οι αναγκαίες κρατικές παρεμβάσεις σε εμάς θα έχουν σημαντικό κόστος, την ώρα που θα οξύνονται προβλήματα που ακόμη δεν είχαν αντιμετωπιστεί όπως είναι αυτό των «κόκκινων δανείων».

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική κυβέρνηση καλείται να συνεισφέρει ακόμη περισσότερο με δημόσιο χρήμα αυτή την περίοδο και την ίδια ώρα να ζητήσει επιπλέον σημαντικούς πόρους από την ΕΕ σε μια περίοδο όπου η αλληλεγγύη δεν είναι ακριβώς η λέξη-κλειδί στους ευρωπαϊκούς κύκλους.

Γράψτε το σχόλιό σας