Μπαλκόνια…

Δεν έχει περάσει ούτε ενάμισης μήνας από τότε που ακούγαμε τους, αποκλεισμένους στα σπίτια τους, κατοίκους της Ουχάν να φωνάζουν και να τραγουδάνε, από τα παράθυρά τους, ο ένας στον άλλον για να πάρουν δύναμη. Αλλά επειδή όλοι οι λαοί σαφώς είναι ίσοι αλλά δεν είναι ίδιοι πόσο να μας συγκινήσει ένα κινέζικο τραγούδι; Τώρα όμως το τραγούδι είναι μεσογειακό. Ξεκίνησε από τα μπαλκόνια της Νάπολης για να εξαπλωθεί σε όλη την Ιταλία. Αρχισε κάποιος με ένα ντέφι, απάντησε ο άλλος ένα πιατίνι και η κυρία από τον τρίτο θυμήθηκε το ακορντεόν που είχε στο πατάρι από όταν τέλειωσε το σχολείο.

Βγήκαν κιθάρες και τρομπόνια, καραμούζες για γήπεδα, ροκάνες από καρναβάλια και κουδούνες ποιος ξέρει από πού. Εγιναν οι κατσαρόλες τύμπανα, τα τηγάνια και οι κουτάλες ντραμς. Μοιράστηκαν ανά όροφο και ανά πολυκατοικία οι δεύτερες και οι τρίτες φωνές, ξεχώρισαν οι βαρύτονοι από τους τενόρους. Και άρχισαν οι άνθρωποι, για να ξορκίσουν την απομόνωση, για να εμψυχώσουν ο ένας τον άλλον να τραγουδάνε από αυτά τα φτενά μπαλκόνια, που μοιάζουν ίδια σε όλον τον κόσμο. Με τις σκουριασμένες μεταλλικές ντουλάπες, τους μηχανισμούς από τα κλιματιστικά, τις σφουγγαρίστρες και τις απλώστρες με την απλωμένη μπουγάδα.

Γιατί το τραγούδι ενώνει τις μονάδες σε ομάδα, πολλαπλασιάζει, δηλαδή, τη δύναμη του ενός. Είναι ένα είδος συγκολλητικής ουσίας, η κοντινότερη απόσταση μεταξύ των ανθρώπων.

 

…και απλώστρες

 

«Αυτό ξεκίνησε από τη Νάπολη» μου έλεγε ένας φίλος πολεοδόμος «πιθανόν διότι εκεί οι δρόμοι είναι στενοί και τα απέναντι μπαλκόνια κοντά το ένα στο άλλο». Και θυμήθηκε ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν χτίσθηκαν κάποιες καινούργιες συνοικίες στη Στοκχόλμη, ο πληθυσμός τους παρουσίασε υψηλά ποσοστά κατάθλιψης. Η αιτία ανιχνεύθηκε στην απόσταση μεταξύ των σπιτιών λόγω των καινούργιων, με μεγάλο πλάτος δρόμων.

Θυμάμαι στα χρόνια της δικής μας ευμάρειας, όταν ψάχναμε σπίτι, ένα βασικότατο κριτήριο ήταν να μην έχουμε «στριμωγμένη» θέα. Να μην βλέπουμε την απλώστρα με τα βρακιά των απέναντι (κελ ντεκαντάνς!). Ποτέ δεν θα φανταζόμουν ότι θα ερχόταν η στιγμή που αυτή η απλώστρα με τα βρακιά των απέναντι θα ήταν τόσο παρηγορητική.

 

Ανυπακοή και προκατάληψη

 

Εβλεπα αυτούς που αγνόησαν τις οδηγίες περιορισμού και ξεχύθηκαν σε δρόμους και παραλίες «με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει». Εναν φρέντο καπουτσίνο στο χέρι με το ανοιχτό μανικετόκουμπο και το κομποσκοίνι του ήλιου «όπου είχε κράτος και εξουσία η άνοιξη». Και σκεφτόμουν ότι αυτή η έξαρση της κουλτούρας της ανυπακοής δεν μπορεί παρά να είναι απότοκο της αντιμνημονιακής φρενίτιδας και φρεναπάτης. Οι σημερινοί 20ρηδες πέρασαν την εφηβεία τους βλέποντας τον «κυρίαρχο λαό» να μουτζώνει τους θεσμούς, να βρίζει τα «βοθροκάναλα», να θεωρεί τους δημοσιογράφους όργανα του συστήματος και της διαπλοκής, να φαντασιώνεται θεωρίες συνωμοσίας εναντίον της χώρας. Και άκουγαν τον πρώην πρωθυπουργό να διακηρύσσει ότι «τον ήλιο και το τσίπουρο δεν μπορούν να μας τα πάρουν». Τότε, ας πρόσεχαν εκείνοι. Τώρα, δυστυχώς, πρέπει να τους προσέχουμε εμείς.

Γράψτε το σχόλιο σας