Το πολιτικό σύστημα της χώρας εμφανίζεται γενικώς φοβισμένο απέναντι στη «Χάγη», απέναντι δηλαδή στην παραπομπή των διαφορών που έχουμε με την Τουρκία στη Διεθνή Δικαιοσύνη και ειδικότερα στο Διεθνές Δικαστήριο που εδρεύει στη Χάγη. Φοβισμένο γιατί φαίνεται να πιστεύει ότι «στο Δικαστήριο θα χάσουμε», δεν θα δικαιωθούμε στις θέσεις μας.
Ετσι παρουσιάζεται το εξόχως παράδοξο και αντιφατικό φαινόμενο η Ελλάδα, η οποία με κάθε ευκαιρία διακηρύσσει σε όλους τους τόνους από τον ανώτατο πολιτειακό άρχοντα μέχρι το κάθε μέλος του Κοινοβουλίου, κ.ά., ότι η πολιτική της στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο, ότι δεν θέλει τίποτα άλλο παρά να εφαρμοσθεί το διεθνές δίκαιο, να είναι αμήχανη έως φοβισμένη να παραπέμψει τις (νομικές) διαφορές της με την Τουρκία στο Διεθνές Δικαστήριο! Εχουμε το (διεθνές) δίκαιο υποτίθεται με το μέρος μας αλλά παρά ταύτα δεν δεχόμαστε να κριθούν (όλες) οι διαφορές μας στη Δικαιοσύνη. Λόγω ακριβώς αυτού του φόβου η Ελλάδα έχασε μια τεράστια και μοναδική ευκαιρία να επιλύσει πιθανότατα τις ελληνοτουρκικές διαφορές το 2004. Και την έχασε όταν η τότε κυβέρνηση της ΝΔ αρνήθηκε σε εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ελσίνκι (Δεκέμβριος 1999) να παραπέμψει τις διαφορές στο Διεθνές Δικαστήριο (όπως προέβλεπε το «Ελσίνκι»)κάτω από τον φόβο ότι το Δικαστήριο δεν θα δικαιώσει (τουλάχιστον πλήρως) την Ελλάδα.

Και έτσι επέτρεψε την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία χωρίς την προηγούμενη εκπλήρωση των όρων του «Ελσίνκι». (Ας σημειωθεί ότι η Τουρκία και μάλιστα ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιθυμούσαν τότε διακαώς την ένταξη στην Ενωση – ΕΕ.)
Βέβαια στο Διεθνές Δικαστήριο η Ελλάδα προσέφυγε μονομερώς το 1976 για το ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, χωρίς ωστόσο αποτέλεσμα. Και τούτο γιατί δεν είχε προηγηθεί η συγκατάθεση της Τουρκίας μέσω της υπογραφής συνυποσχετικού. (Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ως γνωστόν την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου.) Το 1987 (μετά την οξύτατη κρίση με την Τουρκία) ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου είχε ταχθεί υπέρ της προσφυγής στη Χάγη για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Ενώ το 1996 επιδιώξαμε την επίλυση του ζητήματος των Ιμίων με προσφυγή στη Χάγη και με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης η οποία υιοθέτησε και σχετική δήλωση (Ιούλιος 1996).
Σήμερα οι πολιτικές δυνάμεις εμφανίζονται να τάσσονται μεν υπέρ της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο αλλά σε βάθος χρόνου, διαμορφώνεται δηλαδή ένα κάποιο consensus, αλλά μόνο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και κατ’ επέκταση της ΑΟΖ – τη μόνη δηλαδή διαφορά που η Ελλάδα αναγνωρίζει επισήμως με την Τουρκία – και τίποτε άλλο. Για όλα τα άλλα θέματα που είτε τα έχουμε εξαιρέσει από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είτε όχι υπάρχει αρνητική τοποθέτηση. Ορθή ως αφετηριακή θέση, αλλά εάν στο τέλος μιας διαδικασίας (διαπραγμάτευσης, διερευνητικών επαφών κ.λπ.) καθίσουμε στο τραπέζι με την Τουρκία για την επεξεργασία του συνυποσχετικού προσφυγής στο Δικαστήριο (και η Τουρκία όπως υπεννόησε ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μ. Τσαβούσογλου στη συνέντευξή του στο «Βήμα», 22/12, μπορεί να καθίσει στο τραπέζι τελικά), η τελευταία θα ζητήσει πιθανότατα να συμπεριληφθούν στην παραπομπή και μια σειρά άλλα ζητήματα που προβάλλει ως «μονομερείς διεκδικήσεις».

Ποια μπορεί να είναι αυτά τα θέματα είναι λίγο-πολύ γνωστό: η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα δώδεκα μίλια, οι (απαράδεκτες, έωλες αξιώσεις) «γκρίζες ζώνες», η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών (Β. Αιγαίου, Δωδεκάνησα).
Σε ό,τι αφορά τα χωρικά ύδατα, όπως έγινε και στο παρελθόν και φθάσαμε κοντά σε λύση (2000-2004), το θέμα θα πρέπει να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο των διερευνητικών συνομιλιών και σε κάποια συνεννόηση και με τις άλλες χώρες που διαπλέουν το Αιγαίο (Ρωσία κ.λπ.) και με την υπόθεση εργασίας ότι ίσως μια διαφοροποιημένη επέκταση χωρικών υδάτων να είναι αναπόφευκτη και για πολλούς λόγους με ταυτόχρονη εναρμόνιση και του εναέριου χώρου.

Το Αιγαίο δεν μπορεί να γίνει ελληνική λίμνη. Σε ό,τι αφορά τις «γκρίζες ζώνες» η θέση της Ελλάδας είναι εξόχως ισχυρή σύμφωνα με τις Συνθήκες (Λωζάννης 1923, Παρισίων 1947) και επομένως δεν δικαιολογείται η φοβία που εκδηλώνεται για την παραπομπή του ζητήματος για εξέταση – με κατάλληλη διατύπωση – ταυτόχρονα με το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ (που ούτως ή άλλως αναποφεύκτως θα εξετασθεί σε κάποιο βαθμό). Σε ό,τι αφορά την «αποστρατιωτικοποίηση» τα πράγματα ίσως να είναι πιο περίπλοκα αλλά το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εκτιμηθεί μέσα από το πρίσμα της βαρύτητας που μπορεί να έχει εάν και όταν φθάσουμε στην προηγούμενη επίλυση όλων των άλλων διαφορών.

Πάντως, εάν και όταν ανοίξει η διαδικασία προσφυγής και φθάσουμε στο πολιτικό δίλημμα – που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα φθάσουμε – πάμε στη «Χάγη» με ευρύτερη θεματολογία ή όχι, εγκαταλείπουμε τη «Χάγη», το πολιτικό σύστημα οφείλει να εγκαταλείψει τα φοβικά σύνδρομα, να δείξει τόλμη, να προετοιμάσει κοινή γνώμη, θέσεις και διαπραγμάτευση και να οδεύσει προς τη «Χάγη». Κι αν ακόμη χρειαστεί να γίνουν κάποιοι οριακοί συμβιβασμοί, αυτοί θα (πρέπει να) καταλήγουν ουσιαστικά στην ενίσχυση και όχι εξασθένηση της εθνικής κυριαρχίας (που κανένας δεν θα ήθελε).

Στην προσέγγισή μας αυτή θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζεται προσεκτικά ο συντελεστής χρόνος. Οτι δηλαδή ο χρόνος δεν είναι υπέρ ημών. Εργάζεται εναντίον μας και υπέρ της Τουρκίας, είτε μας αρέσει είτε όχι. Μια αναδρομή στο τι έγινε από το 1973 και μετά μπορεί να είναι εξόχως διδακτική για τη στρατηγική μας. Και ότι τελικά άλλος τρόπος έξω από την ειρηνική επίλυση των διαφορών είτε μέσω διαπραγματεύσεων είτε με προσφυγή στη Διεθνή Δικαιοσύνη δεν υπάρχει. Και ούτε μια κούρσα εξοπλισμών θα μας λύσει τα προβλήματα, ανεξάρτητα από την ανάγκη ισχυρής αποτρεπτικής δύναμης.

Ο Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΜΑ

Γράψτε το σχόλιό σας