Οσο καλοδεχούμενες κι αν είναι οι αμερικανικές πρωτοβουλίες, δεν παύουν να σηματοδοτούν μια προβληματική τάση: την επιστροφή στο παρελθόν! Ενώ είμαστε εδραιωμένη χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ), έχουμε φθάσει στο σημείο να εμφανιζόμαστε ως εάν να εξαρτούμε σε σημαντικό βαθμό τη στρατηγική μας για την προάσπιση των συμφερόντων μας από δύο εξω-ευρωπαϊκές δυνάμεις, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ (με γλώσσα και σύνδρομα παλαιάς προστασίας).

Ο μεγάλος Κ. Καραμανλής, όταν αποφάσιζε την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ΕΕ, ήθελε μεταξύ άλλων να την απαλλάξει από τα σύνδρομα αυτά. Και επιπλέον βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την Τουρκία σε ρόλο ήδη περιφερειακής δύναμης και την Ελλάδα σε συγκριτικά δύσκολη θέση. Κρεμόμαστε από τα χείλη του αμερικανού προέδρου για μια λέξη καταδίκης της τουρκικής έκνομης συμπεριφοράς ενός προέδρου που δεν αποτελεί δα και το πρότυπο του ορθολογικά σκεπτόμενου και δρώντος ηγέτη. Και συντασσόμεθα πίσω από το Ισραήλ του Νετανιάχου υπογράφοντας άκαιρα συμφωνίες για αγωγούς χωρίς να ξέρουμε εάν μπορούν ή όχι να κατασκευαστούν.

Προς Θεού, δεν λέω ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να έχει τις καλύτερες δυνατές σχέσεις και με τις δύο αυτές χώρες. Πρέπει. Αλλά άλλο οι καλές σχέσεις και άλλο εξαρτήσεις και μάλιστα από ηγέτες που δεν είναι υπόδειγμα σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Ο Νετανιάχου του Ισραήλ έχει καταπατήσει όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ για την ανεύρεση ειρηνικής διευθέτησης στο Παλαιστινιακό. Ενώ ο Τραμπ φθάνει μέχρι του σημείου να λέει ότι θα πλήξει πολιτιστικά μνημεία σε περίπτωση σύγκρουσης με το Ιράν. Δεν είναι απλώς παράνομο. Είναι αποκρουστικό και ως ιδέα.

Αλλά γιατί φθάσαμε σ’ αυτό το σημείο εξάρτησης, αν και ευρωπαϊκή χώρα; Πρώτα απ’ όλα γιατί όταν μπορούσαμε δεν είχαμε την προνοητικότητα να επιλύσουμε τα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής που μας ταλανίζουν εδώ και δεκαετίες. Γιατί ενώ είχαμε τις ευκαιρίες, απρονοήτως τις απεμπολήσαμε. Αναφέρομαι βεβαίως στα αμιγώς ελληνοτουρκικά ζητήματα και το Κυπριακό. Στα ελληνοτουρκικά είναι γνωστή η ευκαιρία που δεν αξιοποιήσαμε το 2004 με την εγκατάλειψη των ρυθμίσεων του Ελσίνκι.

Στο Κυπριακό δύο τουλάχιστον ευκαιρίες πήγαν χαμένες (2004, 2017). Αλλά η μη επίλυση του Κυπριακού αποτελεί την αφετηριακή πηγή της έκρυθμης κατάστασης στην Αν. Μεσόγειο στον βαθμό που η κατάσταση αυτή μας αφορά. Λόγω της μη επίλυσης η Λευκωσία τρέχει πίσω από το Ισραήλ, ενώ η Τουρκία δημιουργεί έκνομα τετελεσμένα. Και στη διαδικασία αυτή «συμπαρασύρει» δυστυχώς και την Αθήνα. Και πέραν όλων των άλλων πτυχών δημιουργείται ο κίνδυνος η Ελλάδα να βρεθεί ακουσίως, ίσως, εμπλεγμένη σε συγκρουσιακές εξισώσεις στις οποίες δεν θα έπρεπε. Επιπρόσθετα, όλα αυτά τα τελευταία χρόνια δεν φροντίσαμε να αξιοποιήσουμε τα «παράθυρα ευκαιρίας» που προσέφερε η ΕΕ προκειμένου να ενισχύσουμε την εθνική μας ασφάλεια. Βεβαίως η οικονομική κρίση υπήρξε ένας ανασταλτικός συντελεστής. Δεν ήταν όμως μόνο αυτός. Ηταν και η απροθυμία και ίσως κάποια άγνοια από πλευράς μας.

Η Τουρκία ως κληρονόμος πρώην αυτοκρατορικής δύναμης έχει μια εγγενή τάση για επιστροφή στις δόξες του παρελθόντος. Η τάση αυτή φάνηκε ότι θα μπορούσε να ακυρωθεί με τη διαδικασία ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ωστόσο η ενταξιακή διαδικασία ουσιαστικά κατέρρευσε το 2007 με την ευθύνη και της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Και η Τουρκία πήρε τότε τον δρόμο της πολλαπλής εκτροπής. Αλλά στην κατάρρευση της ενταξιακής διαδικασίας «έβαλε το χεράκι της» και η Λευκωσία, όταν το 2006 επιδίωξε και πάγωσε οκτώ διαπραγματευτικά κεφάλαια. Δεν θα έπρεπε να το κάνει, έστω κι αν είχε σοβαρούς λόγους για τουρκική αυθαιρεσία. Και ως οιονεί…. αντάλλαγμα έχουμε μια ανεξέλεγκτη Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη. Κατόρθωμα. Ούτε η κούρσα εξοπλισμών πρόκειται να οδηγήσει βεβαίως στην επίλυση των προβλημάτων (όσο σημαντική κι αν είναι η αποτρεπτική δύναμη).

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ

Γράψτε το σχόλιό σας