«Ο ισχυρός προχωρεί όσο του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του» έγραφε ο Θουκυδίδης στην «Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου»… Μια φράση που ίσως δίνει τροφή για σκέψη, τη στιγμή που στην Ελλάδα αναδεικνύεται εκ νέου – και ίσως πιο έντονα από ποτέ – σε πεδίο οξύτατης αντιπαράθεσης σε πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους το ερώτημα αν η χώρα πρέπει να επιδιώξει προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση των διαφορών της με την Τουρκία.

Μια συζήτηση που πυροδότησε η ποιοτική αναβάθμιση της τουρκικής προκλητικότητας, μέσα και από την υπογραφή του μνημονίου κατανόησης ανάμεσα στην Αγκυρα και την κυβέρνηση της Τρίπολης του Φαγέζ αλ Σαράζ για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Μια συζήτηση όπου, σε επίπεδο off the record, αυτοί που παραδέχονται ότι, κατά την άποψή τους, η Χάγη είναι η μόνη λύση, έστω και αν θα πρέπει να γίνουν «θυσίες», είναι πολύ περισσότεροι από αυτούς που τολμούν να το διατυπώσουν επισήμως και δημοσίως.

Η Τουρκία πλέον αφήνει ανοιχτό παράθυρο προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τις διαφορές της με την Ελλάδα, όπως αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη συνέντευξη του υπουργού Εξωτερικών της γείτονος Μεβλούτ Τσαβούσογλου στο «Βήμα» (22/12/2019), ενώ και τούρκοι διπλωμάτες έχουν αρχίσει να μιλούν όλο και περισσότερο για την ανάγκη να παρθεί η απόφαση για προσφυγή σε ένα διεθνές δικαστήριο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών, πετώντας το μπαλάκι ωστόσο στην Ελλάδα.

Η Αγκυρα άλλωστε, έστω και αν δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία της Χάγης, θεωρεί ότι ενδεχόμενη προσφυγή για αυτή θα είναι σε κάθε περίπτωση επωφελής και ως εκ τούτου θέτει το θέμα ως πρόκληση στην Αθήνα, σε μεγάλο βαθμό εκ του ασφαλούς.

Το κορυφαίο δικαστικό όργανο

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι το δικαστικό όργανο του ΟΗΕ και χαρακτηρίζεται ως το κορυφαίο δικαστικό όργανο στον κόσμο για την επίλυση διακρατικών διαφορών. Συγκροτείται από 15 δικαστές, οι οποίοι εκλέγονται για θητεία εννιά ετών από το Συμβούλιο Ασφαλείας και τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, σε ανεξάρτητες συνεδριάσεις και ψηφοφορίες.

Η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης απαιτεί συμφωνία από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και οι αποφάσεις του είναι δεσμευτικές, αντίθετα με τις γνωμοδοτήσεις που είναι συμβουλευτικές. Στο Δικαστήριο της Χάγης μπορούν να παραπέμψουν υποθέσεις οι χώρες που έχουν προσυπογράψει το καταστατικό του και έχουν αποδεχθεί τη δεσμευτικότητα των αποφάσεών του.

Η Τουρκία, όπως προαναφέραμε, δεν το αναγνωρίζει. Σε αυτή την περίπτωση, για να πραγματοποιηθεί η προσφυγή, θα πρέπει Αθήνα και Αγκυρα να συνυπογράψουν συνυποσχετικό για την παραπομπή της ή των διαφορών που θα πρέπει να περιγράφονται σε αυτό. Για να προχωρήσει δε η Αγκυρα δεν οφείλει να δηλώσει πλήρη αποδοχή της δικαιοδοσίας του, αρκεί να παραδεχθεί ότι την αναγνωρίζει στα ζητήματα για τα οποία προσφεύγει.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα επιχείρησε να προσφύγει μονομερώς στη Χάγη – ανεπιτυχώς – τη δεκαετία του ’70 για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, ζητώντας προσωρινή προστασία, με το αίτημα να μην γίνεται αποδεκτό λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Συνεπώς η μονομερής προσφυγή είναι μάλλον χωρίς προοπτική. Το γεγονός ότι για να προχωρήσει η προσφυγή το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει αποδεχθεί την αρμοδιότητά του να την κρίνει είναι επίσης ένα ζήτημα που πρέπει να κρατήσουμε.

Τι θα ζητήσουν όμως Ελλάδα και Τουρκία να κριθεί στη Χάγη;

Ακόμα και αν ξεπεραστούν όλα αυτά, Ελλάδα και Τουρκία θα πρέπει να συμφωνήσουν για ποιο ζήτημα θα προσφύγουν στη Χάγη. Η Αθήνα αναγνωρίζει ως μοναδική διαφορά της με την Αγκυρα το θέμα της υφαλοκρηπίδας.

Τι θα εννοεί όμως η Τουρκία εάν και όταν μιλήσει για Χάγη; Για τη γείτονα, στις διαφορές της με την Ελλάδα, οι οποίες θα μπορούσαν να λυθούν ενδεχομένως σε ένα διεθνές δικαστήριο, εντάσσονται πέραν της υφαλοκρηπίδας, μεταξύ άλλων, η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, τα όρια του FIR Αθηνών, η μη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων πέραν των έξι ναυτικών μιλιών, το εύρος του εναέριου χώρου σε σχέση με τα χωρικά ύδατα, η κυριαρχία σε ελληνικά νησιά του Αιγαίου, η μη αναγνώριση του δικαιώματος στα νησιά σε υφαλοκρηπίδα και θαλάσσιες ζώνες.

Πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις στη Χάγη;

Θα πρέπει επίσης να ξεκαθαριστεί ο τρόπος που κρίνει και λαμβάνει τελικά τις αποφάσεις του το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και κατά πόσο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί, ενδεχομένως, ως υποχώρηση στα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Μια δίκη δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί «σίγουρη νίκη» για κανένα από τα δύο μέρη και πολύ περισσότερο κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει ότι θα δικαιωθεί στο σύνολο των απαιτήσεών του. Πρέπει άλλωστε να σημειωθεί ότι η νομολογία του διεθνούς δικαίου είναι δαιδαλώδης.

Κατά τη συνήθη πρακτική μιας κοινής προσφυγής, οι αντίδικοι παρουσιάζουν στο Δικαστήριο και τις διεθνείς συμβάσεις ή κανόνες διεθνούς δικαίου βάσει των οποίων δηλώνουν ότι θέλουν να κριθεί η διαφορά τους. Εάν τα μέρη δεν επικαλεστούν τις συγκεκριμένες διατάξεις από κοινού, το Δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει σε όλο το φάσμα των διεθνών κανόνων.

Οπως άλλωστε δήλωνε στα «ΝΕΑ» ο τούρκος πρεσβευτής στην Αθήνα Μπουράκ Οζούγκεργκιν, «το διεθνές δίκαιο της θάλασσας είναι ένα πολύ περίπλοκο πεδίο μελέτης. Και πραγματικά δεν είναι καλή ιδέα να είσαι πρόθυμος για σχόλια όποτε προσφέρεται ένα μικρόφωνο, ανεξάρτητα από το πόσο έντονα αισθάνεσαι για το θέμα». Απέναντι σε αυτή την άποψη, ωστόσο, μπορούμε να αντιπαραθέσουμε τη θέση ότι δεδομένης της διαπραγμάτευσης που έχει προηγηθεί μεταξύ των αντιδίκων ίσως οι αποφάσεις να είναι περισσότερο προβλέψιμες…

Για να προσφύγει δηλαδή η Τουρκία, θα πρέπει να είναι σίγουρη ότι κάτι θα αποκομίσει. Και ενδεχομένως να της αναγνωριστούν δικαιώματα σε περιοχές που σήμερα χαρακτηρίζονται ελληνικής κυριαρχίας και να της δοθεί ένα ποσοστό π.χ. στο Αιγαίο.

Μπορεί η Ελλάδα να αντέξει το πολιτικό κόστος μιας απόφασης που δεν τη δικαιώνει απόλυτα;

Οσο κι αν η Αθήνα δηλώνει ότι οι θέσεις της είναι σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο, το ίδιο υποστηρίζει, με καθημερινές σχεδόν δηλώσεις τόσο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καθώς και όσων των ακολουθούν, αλλά και της αντιπολίτευσης, η Τουρκία. Και η τελική απόφαση θα είναι μια κρίση στα επιχειρήματα που θα παρουσιάσουν οι αντίδικοι. Τα κόμματα, ο πολιτικός κόσμος με τη ρητορική που επιλέγουν μπορούν να αντέξουν αυτό το φορτίο εάν η απόφαση δεν δικαιώνει πλήρως την Ελλάδα; Η ελληνική κοινωνία είναι διατεθειμένη και εκπαιδευμένη (και από τις κυβερνήσεις της) για τέτοιου είδους παραχωρήσεις ή η οποιαδήποτε παραχώρηση τελικά θα προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων, με τη χώρα να χωρίζεται για ακόμα μία φορά σε «προδότες και πατριώτες»;

Η αντιπαράθεση για την προσφυγή ή μη περιλαμβάνει και το ερώτημα αν θα ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδας να επιχειρήσει την προσφυγή εν καιρώ ειρήνης, αντί να περιμένει ένα «θερμό επεισόδιο» που θα την ανάγκαζε να βρεθεί ενώπιόν του, με την Τουρκία να έχει επιχειρήσει επιβολή τετελεσμένων διά των όπλων.

Ακόμα και αν τελικά όλες οι απόψεις συγκλίνουν στο ότι η Ελλάδα, πιθανότατα, δεν θα αποφύγει την προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση ενός ή περισσότερων εκκρεμών ζητημάτων με την Τουρκία, η πλειοψηφία μεταθέτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο στο μέλλον, γεγονός που αποδεικνύει ότι κανείς δεν είναι έτοιμος να το αντιμετωπίσει ακόμα, αλλά και ότι κανείς δεν είναι σίγουρος για την απόφαση… Και κυρίως για το ότι τελικά η όποια απόφαση θα πρέπει να εφαρμοστεί και να γίνει σεβαστή από όλους.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr