Εν μέσω πολιτικών και κινηματικών… καλικάντζαρων, στο πνεύμα των εορτών, βρίσκονται τις τελευταίες εβδομάδες οι πολίτες. Οχι απαραίτητα αυτοί που έχουν στοχοποιηθεί χαρακτηρισμένοι ως «κυρ Παντελήδες», που αδιαφορούν για τα πάντα, εκτός από την προσωπική τους ευημερία.

Αλλά όσοι πιστεύουν στην κανονικότητα, στη βελτίωση της καθημερινότητας, στην αντιμετώπιση των «μπαχαλάκηδων», χωρίς όμως καταπάτηση των ατομικών ελευθεριών και επιβολή αστυνομοκρατίας.

Επειτα από πολλά χρόνια οι χριστουγεννιάτικες διακοπές και ο ερχομός του 2020 γίνεται σε ένα κλίμα αισιοδοξίας στο μέτωπο της οικονομίας. Υπάρχει μια διάχυτη πεποίθηση ότι τα χειρότερα έχουν περάσει και ότι μπορεί να επανέλθει η Ελλάδα στην οδό της οικονομικής κανονικότητας και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής των πολιτών.

Για πρώτη φορά, όμως, ύστερα από χρόνια η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη και με προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει. Οχι μόνο στα εθνικά θέματα, αλλά και στο εσωτερικό, όπου καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες μιας αντιπαλότητας που τείνει να λάβει χαρακτήρα εθνικού διχασμού.

Από τη μια το κράτος, η κυβέρνηση που έχει υποσχεθεί να επιβάλει τον νόμο και την τάξη με κάθε τρόπο, επειδή πιστεύει ότι γι’ αυτό την ψήφισε ο κόσμος.

Κι από την άλλη το μπλοκ των αντιεξουσιαστών – ενισχυμένο από «φίλιες» πολιτικές δυνάμεις – που έχει πλέον δώσει χαρακτήρα βεντέτας στη σύγκρουση με την Αστυνομία και τους πολιτικούς της προϊσταμένους.

 

 

Και στη μέση βρίσκονται οι «νοικοκυραίοι»: κάτοικοι ευαίσθητων περιοχών όπως τα Εξάρχεια ή το… Κουκάκι, καταστηματάρχες και επιχειρηματίες που καταστρέφονται κάθε φορά που γίνονται επεισόδια.

Το πρόσφατο σκηνικό πολέμου που στήθηκε στο Μαρούσι μεταξύ ανδρών των ΜΑΤ και αντιεξουσιαστών είχε μοναδικά «θύματα» τους εμπόρους στο κέντρο της πόλης που υπέστησαν ζημιές κατά τη διάρκεια των επεισοδίων, και μάλιστα σε μια περίοδο που προσπαθούν να ρεφάρουν τη «χασούρα» της χρονιάς.

 

Τα πραγματικά θύματα

 

Αυτή η κατάσταση της βεντέτας, της βίας, των επεισοδίων και κυρίως της ατέρμονης συζήτησης που γίνεται στα μέσα ενημέρωσης και τα social media για το ποιος φταίει περισσότερο έχει κι άλλα πραγματικά θύματα: τους πολίτες που βρίσκονται στη μέση ενός ακήρυχτου πολέμου, ο οποίος ακόμη δεν έχει θύματα, όμως είναι πολύ κοντά.

Καθένας καλείται καθημερινά να πάρει θέση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία επικροτεί τις κινήσεις της κυβέρνησης στην επιβολή του νόμου.

Κι αυτό γιατί οι δύο «κόσμοι» που συγκρούονται έχουν και πολύ καλούς… χορηγούς.

Από τη μια είναι το επίσημο κράτος, η κυβέρνηση, το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, που θεωρούν ότι όλα όσα κάνει η Αστυνομία είναι νόμιμα. Δεν βλέπει ποτέ αστυνομική βία και αυθαιρεσία, δεν τιμωρεί τους επίορκους, κλείνει τα μάτια σε σοβαρές καταγγελίες πολιτών για πράξεις ακραίας συμπεριφοράς.

Για τα αρμόδια όργανα επιβολής του νόμου όλα γίνονται κανονικά και με βάση την εντολή που έδωσε ο λαός για ασφάλεια και τάξη.

Ούτε η εισβολή αστυνομικών σε μπαρ με εκατοντάδες άτομα είναι άξια λόγου, ούτε οι μαρτυρίες για σεξιστική και εν πολλοίς αντιδημοκρατική συμπεριφορά ανδρών των ΜΑΤ ερευνώνται ενδελεχώς, ούτε καν η επιχειρησιακή ανικανότητα, όπως αποδείχθηκε και στο Κουκάκι ή στο κέντρο του Αμαρουσίου, απασχολεί κανέναν.

Κι όμως, μαρτυρίες, φωτογραφίες, βίντεο δείχνουν ότι κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Αστυνομίας. Από την απόλυτη νωθρότητα, κατ’ εντολήν της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, φτάσαμε στην ασυδοσία, στη δημιουργία μιας αίσθησης φόβου από τη στάση των αστυνομικών.

Από την άλλη έχουμε το στρατόπεδο των «μπαχαλάκηδων» και των πολιτικών τους υπερασπιστών. Για μια συγκεκριμένη – και ολιγάριθμη – κοινωνική ομάδα, οι καταλήψεις είναι νόμιμες, τα επεισόδια είναι κανονικότητα, τα Εξάρχεια πρέπει να είναι άβατο, τα πανεπιστήμια δεν πρέπει να είναι χώρος μόρφωσης αλλά στέκι αντιεξουσιαστών, εμπόρων ναρκωτικών, εξωπανεπιστημιακών που τα κάνουν συχνά πυκνά μπάχαλο.

Αυτό το χάλι, το οποίο αποδοκιμάζει η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, έρχεται κατά κύριο λόγο ο ΣΥΡΙΖΑ να σιγοντάρει. Οι ανακοινώσεις και οι άναρθρες κραυγές βουλευτών δείχνουν ότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχει ακόμη καταλάβει γιατί ηττήθηκε στις εκλογές.

Οι καταλήψεις είναι «πολιτιστικό γεγονός και χώρος εναλλακτικής έκφρασης» κατά τον Κατρούγκαλο.

Ο Κώστας Ζαχαριάδης βλέπει μόνο τα χημικά των αστυνομικών στο Μαρούσι, και όχι τις καταστροφές των αντιεξουσιαστών.

Ο Τόσκας λέει ότι διέλυσε την Ομάδα ΔΕΛΤΑ γιατί ήταν «μπαχαλάκηδες». Αυτά επιτρέπουν σε πολλούς να πουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «χορηγεί» την ανομία.

Αλλωστε, είναι απορίας άξιο πώς ένα κόμμα που κυβέρνησε επί 4½ χρόνια δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι η ανομία δεν γίνεται αποδεκτή από τους πολίτες. Ούτε φυσικά μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ καταδικάζει την αστυνομική βία (και καλώς κάνει), αλλά δεν καταδικάζει τις επιθέσεις κατά αστυνομικών, πολλοί εκ των οποίων έχουν οδηγηθεί στο νοσοκομείο.

Αραγε γιατί δεν μπόρεσε ποτέ ο ΣΥΡΙΖΑ να πείσει τον κόσμο ότι καταδίκασε τις δολοφονίες των υπαλλήλων της Μαρφίν από τις μολότοφ των αντιεξουσιαστών;

Και πώς δέχεται ο Αλέξης Τσίπρας και το κόμμα του να παραπλανώνται από fake news, όπως π.χ. ότι η Αστυνομία φοράει κουκούλες στους συλληφθέντες;

 

Τοξικότητα χωρίς τέλος

 

Σ’ αυτό το τοξικό κλίμα καλείται κάθε πολίτης να ισορροπήσει και να μη διαλέξει στρατόπεδο. Αν συμφωνήσει με την επιβολή του νόμου και της τάξης, είναι περίπου… φασίστας.

Αν πάλι καταγγείλει την αστυνομική βία, κατατάσσεται αυτόματα στους υποστηρικτές του μπάχαλου. Λες και δεν έχει την επιλογή να πει ότι και η Αστυνομία δεν λειτουργεί με επαγγελματισμό, αλλά και οι αντιεξουσιαστές δεν είναι «άγγελοι».

Και βεβαίως δεν είναι όλοι οι «νοικοκυραίοι» αδιάφοροι, φιλοτομαριστές «κυρ Παντελήδες». Απλά επιζητούν την ασφάλεια, την τάξη, την πρόοδο, την καταδίκη των έκνομων ενεργειών και ταυτόχρονα καταδικάζουν την αστυνομική βία.

Ούτε, λοιπόν, με τις αστυνομικές ασπίδες και τα κλομπ ούτε και με τα καδρόνια.

Γράψτε το σχόλιο σας