Την Τρίτη πήγα στο Θέατρο Τζένη Καρέζη στην παρουσίαση ενός ακόμα τόμου από τη μακρά μελέτη του συναδέλφου και φιλολόγου Παντελή Μπουκάλα για τα δημοτικά τραγούδια.

Ο τώρα τόμος λέγεται «Κόκκιν’ αχείλι εφίλησα», πάντα από τις εκδόσεις Αγρα του Πετσόπουλου. Και όπως σε κάθε παρουσίαση της εν λόγω σειράς, η βραδιά πλαισιωνόταν από ζωντανή (δημοτική) μουσική. Μόνη εξαίρεση ο σπουδαίος Θωμάς Κοροβίνης που τραγούδησε a capella το «Φελάχες γλυκές», που αν και λαϊκό – δηλαδή δημοτικό της πόλης – έχει αναφορές σε χείλια και φιλιά. Σήμερα που αποσυναρμολογείται σταδιακά κάθε τοπικότητα, είναι πιο ώριμο το αίτημα να ξαναδούμε τον δημοτικό πλούτο. Μακριά από την κακοποίηση της χούντας ή την αποστειρωτική απομάγευση των φολκλόρ συλλόγων.

Τα δημοτικά τραγούδια εξάλλου είναι τμήμα ενός συλλογικού πλούτου, δυναμικό πεδίο, χώρος αντιφάσεων, θριάμβων, υπερβολών, μα και παρηγορητικών πλαισίων που παρακολούθησαν όλα τα βιώματα και τα ήθη του λαού και τολμηρά στάθηκαν στην αλήθεια – μέχρι φαινόμενα νεκροφιλίας αναπαριστούν. Βεβαίως, μια τέτοια μελέτη, που με μόχθο και κόπο διεξάγει ο Μπουκάλας, θα έπρεπε να έχει επωμιστεί πιο κεντρικά το κράτος.

Ισως ένα δημοτικό σπουδαστήριο ή ακόμα και το Ιδρυμα της Βουλής. Μα αυτό συμβαίνει με όλον τον μουσικό μας πλούτο και σε όλα τα είδη. Μήπως από έναν Μάρκο Δραγούμη δεν περιμένουμε σε κάθε τεύχος της «Οδού Πανός» να διαβάσουμε τις Σημειώσεις ενός Μελομανούς; Μήπως έναν Νικόλαο Πολίτη δεν είχε η χώρα για να ξαναδεί έστω φιλολογικά τις πτυχώσεις και το μεγαλείο του δημοτικού; Μήπως έναν Κώστα Χατζηδουλή δεν είχαμε, που μόνος απ’ το διαμέρισμά του στον Πειραιά  διέσωσε τον θρίαμβο της καταγραφής του ρεμπέτικου;

Μήπως έναν Ηλία Πετρόπουλο, έναν Παπαϊωάννου, έναν Κουνάδη, έναν Γιώργο Κοντογιάννη, δεν είχαμε-έχουμε για να στερεώνουν τη γνώση μας για το μεταπολεμικό ή προπολεμικό λαϊκό; Θέλω να πω πως αυτό που θα έπρεπε να είναι υπόθεση ενός συλλογικού κράτους, η καταγραφή και η διάσωση, διαχρονικά είναι υπόθεση προσώπων, και μάλιστα από τον κόπο και το κόστος τους. Κι όμως σήμερα είναι η πιο κρίσιμη στιγμή να ξανασκύψουμε στον μουσικό μας πλούτο. Οχι μόνο βιωματικά, που έτσι κι αλλιώς αυτή είναι η βασική επιτέλεση της μουσικής. Μα και ερευνητικά.

Στην κρίσιμη στροφή του έθνους-κράτους μας και με ορίζοντα το 2021, τα δημοτικά τραγούδια, και εν γένει το τραγούδι μας, είναι ο καθρέφτης και συχνά ο καλύτερος τεκμηριωτής των συλλογικών ηθών.

Μαζί με τη λογοτεχνία, θα προσέθετα, αλλά αυτό είναι άλλο μείζον πεδίο. Πολύ περισσότερο, όταν για δύο αιώνες οι κάτοικοι των χωριών μετακινήθηκαν στις μεγάλες πόλεις, τα δημοτικά τραγούδια δεν περιορίστηκαν στην αποτύπωση απλώς της ζωής της υπαίθρου μα μετασχηματίστηκαν με τη σειρά τους.

Εδώ για παράδειγμα έχουμε το πιο ανακατεμένο είδος του λαϊκοδημοτικού τραγουδιού, τα κλαριντζίδικα της Ομόνοιας, που από τα μέσα του ’60 μέχρι και πρότινος (σήμερα επιζεί μόνο το κέντρο Αγρίμια στη Βάθης) στέγασαν μια σπουδαία ώσμωση: τον κόσμο του λαϊκού και τον κόσμο των πανηγυριών.

Τον κόσμο που άλλαζε με τη σειρά του μετά την εγκατάστασή του στη μεγάλη πόλη. Σήμερα που τα χωριά έχουν αρχίσει να μοιάζουν με παραρτήματα πόλης και που τα ήθη υβριδικά μεταβάλλονται, έχει τεράστια αξία να επιστρέφουμε και να αναστοχαστούμε πάνω στην αρχική πηγή του δημοτικού. Οχι με μια τάση φυλετισμού ή αναζήτησης συνεχειών. Μα γιατί στους στίχους του και στις φωνές του περικλείονται όσα είμαστε.

Γράψτε το σχόλιο σας