Εμένα, γιατρέ μου, με «χτύπησε» μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα της Νεάπολης στη Θεσσαλονίκη. Θα ήταν προφανώς το καλοκαίρι του 1983, αφού τότε κυκλοφόρησε η «Επιστροφή των Τζεντάι», αλλά ποτέ δεν ξέρεις με τα τερτίπια της μνήμης, οπότε μην το πάρω κι επάνω μου. Τι θυμάμαι πιο έντονα; Αυτό που μετά έμαθα ότι λέγεται φωτόσπαθα.

Αν δεν ήταν τα γουέστερν, θα ορκιζόμουν ότι το ένα μέτρο του μπλε και του κόκκινου σπαθιού έγινε και το μέτρο για να διακρίνω από τότε τη μάχη Καλού και Κακού (ας μην ξεγελιόμαστε: η εκκλησία μπαίνει αργότερα στη ζωή μας). Από τη στιγμή που αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία, σπεύδω να ομολογήσω ότι ένιωθα μια ασφάλεια να ταυτίζομαι με τους «καλούς». Ηταν της ηλικίας, λέτε; Μπορεί. Πάντως την ίδια ανάγκη νιώθω και σήμερα, στην τέταρτη δεκαετία, καθώς ετοιμάζομαι να δω την ταινία με την οποία ολοκληρώνεται εκείνη η σάγκα: το «Star Wars: Skywalker, η άνοδος».

Διαφωνώ βέβαια με τον τίτλο, επειδή πρέπει να υπερασπιστώ τη φήμη που θέλει όλους τους φαν να εκθέτουν την αποψάρα τους για οτιδήποτε συμβαίνει στο εποικοδόμημα του Τζορτζ Λούκας. Αλλά τις στιγμές που ο κόσμος γίνεται μια απέραντη γκρίζα ζώνη ηθικής, επιθυμώ να επιστρέψω στη σκοτεινή αίθουσα όπου ήταν χωρισμένος σε άσπρο και μαύρο. Μου περνάει, μην ανησυχείτε.

Προφανώς είναι σαν να κομίζω τη θεωρία του οιδιπόδειου σε αθηναίο ψυχαναλυτή, αλλά οι φιγούρες του Λουκ Σκαϊγουόκερ και του Νταρθ Βέιντερ ήρθαν για να μείνουν από τότε. Και όταν πολύ αργότερα άνοιξα εκείνο το λευκό βιβλίο με τον τίτλο «Οιδίπους τύραννος» πάλι φωτόσπαθα άρχισαν να κινούνται μπροστά μου (έστω και σε «τρίστρατο δρόμου αμαξωτού»). Ο Νταρθ Βέιντερ, μεταξύ μας, περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο είναι μια ακαταμάχητη αμφιθυμία.

Κι αυτό επειδή ο Λούκας, μέσα στην glossy εικονογράφηση των ’80s, με όλες τις καρτουνίστικες ξεπατικωτούρες, συνέλαβε μια κινηματογραφική αλήθεια: οι καλύτεροι χαρακτήρες δεν είναι στερεοτυπικοί, αλλά αρχετυπικοί. Ο ήρωας (Λουκ), ο σοφός γέρων (Μπεν Κενόμπι), το πρώτο κάλεσμα (η Δύναμη), ο απόλυτος Κακός και πάει λέγοντας.

Με τα χρόνια έμαθα να αποδέχομαι όλες τις ενστάσεις των κριτικών για τη «φτήνια» του μεγαλύτερου παραμυθιού επιστημονικής φαντασίας στον κινηματογράφο. Θυμάμαι και τον πολύ Πίτερ Μπίσκιντ, ο οποίος στο μανιφέστο του «Easy Riders, Raging Bulls» γράφει: «Ο Λούκας και ο Σπίλμπεργκ επέστρεψαν το κοινό του 1970, το οποίο είχε ήδη ανατραφεί με μια σοφιστικέ «δίαιτα» ευρωπαϊκών και νεο-χολιγουντιανών ταινιών, στις αφέλειες της Χρυσής Εποχής πριν από το 1960… Εκαναν βήματα προς τα πίσω μέσα από τον φακό». Δεκτή η ένσταση, καθώς ακόμη και ο Χαν Σόλο ήταν μια μορφή από τα γουέστερν (το πιστόλι, το πιστόλι), με τον ίδιο τρόπο που ο Ταραντίνο εντάσσει την αμερικανική «μυθολογία» στις ταινίες του.

Μέρες που είναι, μην κοσκινίσουμε άλλο γιατί με τον εξορθολογισμό θα χαθεί και το τελευταίο ίχνος εκτονωτικής αφέλειας που επιτρέπουμε στον εαυτό μας. Ναι, είναι αδυσώπητη η κοινωνία του θεάματος.

Και προσφέρει περισσότερες ευκολίες απ’ όσες μπορούμε να καταναλώσουμε. Αλλά όλα, ξέρετε, συμβαίνουν σε έναν γαλαξία πολύ μακρινό απ’ το δικό μας αφήνοντάς μας το αίσθημα ασφάλειας που δημιουργεί η απόσταση. Το Καλό και το Κακό θα συνεχίσουν να κονταροχτυπιούνται κάπου μακριά και ερήμην μας χωρίς να αμφισβητούν κατ’ ελάχιστο το χάος του κόσμου μέσα στο οποίο είμαστε ριγμένοι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο