Είναι γνωστό ότι μέρος της δημοσιογραφίας ασχολείται με τη συγγραφή σεναρίων. Γιατί όχι; Αντί διάφοροι επαγγελματίες να ξεποδαριαζόμαστε για το επιούσιον ρεπορτάζ ή, έστω, να σπάμε τα τηλέφωνα πολιορκώντας τις «πηγές» μας, καθόμαστε στον υπολογιστή και γράφουμε αληθοφανείς ιστορίες.

Από τα πιο δημοφιλή σενάρια των ημερών, που γράφονται και ξαναγράφονται με διάφορες παραλλαγές, αφορούν τον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ποιος θα είναι, πώς θα είναι, θα έχει τη συναίνεση του πολιτικού κόσμου, θα έχει υπάρξει ή δεν θα έχει υπάρξει πολιτικός; Κάθε εκδοχή, απλώς, ανακυκλώνει λίγο παλαιότερα διατυπωμένες εκδοχές. Λίγη πολιτικολογία, λίγο τσαλαβούτημα στα συνταγματικά από δεύτερο και τρίτο χέρι, λίγη κριτική προς κυβέρνηση ή αξιωματική αντιπολίτευση ανάλογα με τις πολιτικές συμπάθειες ή αντιπάθειες του γράφοντος και ανακάτεμα μιας τράπουλας με διάφορα πρόσωπα που πέφτουν κατά καιρούς στο τραπέζι αρκούν για να φτιαχτούν και να αναπροσαρμοστούν ιστορίες που μπορούν να εξάψουν τη φαντασία των αναγνωστών.

Στην ουσία, όλες αυτές οι ιστορίες δεν λένε τίποτα και δεν στηρίζονται πουθενά – μόνο σε εικασίες και φήμες. Τα πρόσωπα, π.χ., που αναφέρονται ως πιθανές υποψηφιότητες έχουν προκύψει στη δημόσια συζήτηση είτε από ακριτομύθιες περίεργων είτε από συζητήσεις που ανακυκλώνουν την περιρρέουσα πολιτικολογία, στις οποίες προφανώς συμμετέχει πολιτικό προσωπικό το οποίο, συχνά, επικαλείται τις σίγουρες πληροφορίες από το πρωθυπουργικό περιβάλλον. Μπορεί να είναι και αυτοπροτάσεις.

Τα πρόσωπα που κυκλοφορούν, ούτως ή άλλως, έχουν σίγουρα προσόντα για τον ρόλο που επιφυλάσσει το πολίτευμα στον Πρόεδρο, αλλά προφανώς υπάρχουν κι άλλα πολλά πρόσωπα που έχουν τα ίδια ή ανάλογα προσόντα και προσβάσεις στα δίκτυα δημοσιότητας. Ενας πιο ευφάνταστος, λίγο καλλιεργημένος σεναριογράφος τέτοιου τύπου μπορεί να βρει δεκάδες ακόμα υποψηφιότητες εις τας δέλτους των πολιτικών αποστράτων, στο δικαστικό ή στο διπλωματικό σώμα, στο ελληνικό πανεπιστήμιο, στον χώρο της λογοτεχνίας…

Ολα αυτά γιατί; Επειδή η πολιτική σπέκουλα περί τον Πρόεδρο μπερδεύεται γλυκά με την ευκολία της πολιτικής ηθικολογίας.

Οι συριζαίοι, π.χ. (οι ίδιοι που, στο όνομα της προεδρικής εκλογής, υπονόμευσαν την πορεία της χώρας μόνο και μόνο για να κατακτήσουν την εξουσία μερικούς μήνες νωρίτερα), μπορούν εύκολα να επικρίνουν την κυβέρνηση ότι δεν νοιάζεται για το κύρος του προεδρικού θεσμού, γι’ αυτό και μπορεί να ψηφίσει Πρόεδρο με μικρή πλειοψηφία – λες και οι ευρείες συναινέσεις είναι το μοναδικό βαπτιστήριο επιτυχίας.

Ενα από τα σενάρια τέτοιου τύπου, που διαβάζουμε κατά κόρον αυτό το διάστημα, πάει λίγο παρακάτω. Συνδέει, λίγο χαλαρά είναι η αλήθεια, την προεδρική εκλογή με τον εκλογικό νόμο και οδηγεί σε διπλές εκλογές, προκειμένου ο Κυριάκος Μητσοτάκης να «κάψει», όπως λέγεται, την απλή αναλογική και μαζί και τον Αλέξη Τσίπρα.

Ο Μητσοτάκης δεν θα κάνει κάτι τέτοιο. Δεν έχει λόγο να παίξει τον φετιχιστή των εκλογικών διαδικασιών, υπάρχουν σοβαρότερα πράγματα για την κυβέρνηση από το να κάνει εκλογές σαν να ‘ναι δημοσκοπήσεις.

Αλλωστε, ποιος πρωθυπουργός δεν θα ήθελε για αντίπαλο έναν ακυρωμένο σε όλα του αρχηγό όπως ο Τσίπρας; Εναν ανίσχυρο πρώην εξεγερμένο πολιτικό και νυν διαχειριστή του μεταπολιτευτικού κρατικοδίαιτου προοδευτισμού, με ένα προσωπικό κόμμα στο οποίο προσπαθεί διά μετεγγραφών να δώσει περιεχόμενο, που ούτε κι ο ίδιος ξέρει σε τι θα συνίσταται.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο