Τα θέματα που απασχολούν την παγκόσμια κοινότητα και οι προκλήσεις που υφίστανται όλο το 2019 δεν έχουν εκλείψει, με αποτέλεσμα να πλανάται εδώ και αρκετό καιρό η απειλή της ύφεσης για το 2020 και για τα επόμενα έτη γενικότερα, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο ώστε να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις από την υφιστάμενη κατάσταση.

Η αναιμική ανάπτυξη που συνεχίζεται στην Ευρωζώνη, οι άγνωστες επιπτώσεις του Brexit καθώς και οι συνεχείς διακυμάνσεις στην διαπραγμάτευση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για την κατάληξη του εμπορικού πολέμου που έχει ξεσπάσει με την αύξηση των δασμών εκατέρωθεν, δημιουργούν ένα κλίμα συρρίκνωσης του παγκόσμιου ΑΕΠ αλλά και διεύρυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων.

Αν στις παραπάνω εξελίξεις προσθέσουμε το μεταναστευτικό και προσφυγικό το οποίο έχει διττό χαρακτήρα, τότε τα πράγματα εξελίσσονται ολοένα και πιο επικίνδυνα για την παγκόσμια οικονομία.

Πιο συγκεκριμένα, οι συνεχείς προσφυγικές ροές από την Μέση Aνατολή λόγω των εμπόλεμων καταστάσεων, αλλά και οι οικονομικοί μετανάστες από χώρες της ΝΑ Ασίας αλλά και της Αφρικής προς την Ευρώπη, δημιουργούν τεράστια πίεση στους υφιστάμενους πληθυσμούς και σίγουρα προκαλούν αύξηση δημοσιονομικών δαπανών για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Εκτός αυτού, σταδιακά οι ροές θα αυξηθούν τα επόμενα έτη, καθώς δεν θα προκαλούνται από κάποιο πόλεμο, αλλά από την ίδια την κλιματική αλλαγή, καθώς αρκετές περιοχές ενδέχεται είτε να πλημμυρίσουν, είτε να μην είναι πλέον γόνιμες λόγω της ξηρασίας και της απρόσμενης ανόδου της θερμοκρασίας.

Ως εκ τούτου, οι παράγοντες που απειλούν την παγκόσμια οικονομία είναι τουλάχιστον μεσοπρόθεσμοι και απαιτούνται συντονισμένα μέτρα για ενίσχυση τόσο των τοπικών κοινωνιών, όσο και της συνολικής ανάπτυξης, με απρόσκοπτη ροή του διεθνούς εμπορίου, έτσι ώστε να μετριαστούν οι επιπτώσεις και να μπορούμε να μιλάμε για βιώσιμη ανάπτυξη και παραγωγικότητα.

Είναι ήδη εμφανές τόσο στις χρηματαγορές όσο και στις αγορές ομολόγων, η λεγόμενη αντίστροφη καμπύλη επιτοκίων που φανερώνει τις προκλήσεις όσον αφορά το ρίσκο που ενέχει η σημερινή οικονομική δραστηριότητα.

Πιο συγκεκριμένα, οι αποδόσεις βραχυπρόθεσμων ομολόγων σε ετήσια ή τριετή βάση έχουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο επιτόκιο από τα αντίστοιχα δεκαετή κρατικά ομόλογα, με αποτέλεσμα να υπάρχει επιφυλακτικότητα στην ανάληψη ρίσκου και στην τοποθέτηση σε νέες μακροπρόθεσμες επενδύσεις.

Η τάση που προαναφέρθηκε, σε συνδυασμό με τα αρνητικά επιτόκια που απειλούν την κερδοφορία των θεσμικών επενδυτών και των τραπεζών αλλά και η εξάντληση των ορίων της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ αλλά και από την FED, δημιουργούν αμφιβολίες για το μείγμα οικονομικής πολιτικής που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια.

Συμπερασματικά θα λέγαμε, ότι οι προκλήσεις είναι μεγάλες και σοβαρές τόσο σε αμιγώς οικονομικό δημοσιονομικό, όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο και απαιτείται συνεργασία και κυρίως συντονισμός των χωρών που απαρτίζουν τις ισχυρές χώρες του G7 για υιοθέτηση ενός εναλλακτικού μείγματος οικονομικής πολιτικής που θα βγάλει την οικονομία από την στασιμότητα και θα δημιουργήσει νέες προσδοκίες ευημερίας σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός