Η συζήτηση για την αντιεγκληματική πολιτική στη χώρα μας, όπως φάνηκε και από τη συζήτηση για τον ποινικό κώδικα, κινείται στο πλαίσιο μιας αντίληψης ότι στην Ελλάδα χρειάζονται αυστηρότερες ποινές και περισσότερες καταδίκες. Αυτό στηρίζεται σε ένα διάχυτο κλίμα που κεντρική αιχμή έχει την αύξηση της εγκληματικότητας και την εμπέδωση ενός αισθήματος ανασφάλειας στους πολίτες.

Βέβαια, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, απουσιάζει η συζήτηση για τα πραγματικά δεδομένα. Έτσι λοιπόν σπάνια επισημαίνεται το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν έχει καταγραφεί μια σημαντική αύξηση της εγκληματικότητας τα τελευταία χρόνια. Για την ακρίβεια, με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (που χρησιμοποιεί τα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας) ανάμεσα στο 2011 και το 2018 η αύξηση των διαπραχθέντων αδικημάτων ήταν μόλις 1,15%, ενώ ανάμεσα στο 2017 και το 2018 είχαμε μείωση -5%. Μάλιστα οι στατιστικές της Ελληνικής Αστυνομίας για το πρώτο εξάμηνο του 2019 αποτυπώνουν μείωση σε σχέση με το 2018.  Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα παραμένει σταθερά κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε όλες τις κατηγορίες εγκλημάτων. Ούτε έχει υπάρξει κάποια πολύ μεγάλη αύξηση της λεγόμενης «βαριάς εγκληματικότητας».

Όμως, υπάρχει μια στατιστική στην οποία η Ελλάδα δείχνει να ξεχωρίζει σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη: αυτή που αφορά το ποσοστό καταδικών σε ισόβια και γενικά βαριές ποινές. Τον Ιανουάριο του 2019 το 9% των κρατουμένων είχε ισόβιες καταδίκες και το 20,8% είχε καταδίκες σε ποινές άνω των 15 ετών, ποσοστά πολλαπλάσια των αντίστοιχων ευρωπαϊκών διάμεσων. Ταυτόχρονα, εξακολουθούμε να έχουμε ένα υψηλό ποσοστό κρατούμενων που είναι υπόδικοι (31%).

Παρ’ όλα αυτά η ανάγκη αυστηρότερων ποινών (δηλαδή με μεγαλύτερη διάρκεια) και περισσότερων θέσεων σε σωφρονιστικά καταστήματα για τον εγκλεισμό ενός αυξημένου αριθμού κρατουμένων θεωρείται στη δημόσια σφαίρα μια περίπου αυτονόητη αλήθεια.

Αυτό δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά αποτυπώνει ένα διεθνώς διαδεδομένο ιδεολογικό κλίμα. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ΗΠΑ, όπου υπάρχουν 2,3 εκατομμύρια άνθρωποι έγκλειστοι, δηλαδή 698 κρατούμενοι ανά 100.000 ανθρώπους (για να δώσουμε ένα μέτρο σύγκρισης στην Ελλάδα υπάρχουν 95 κρατούμενοι ανά 100,000 πληθυσμού). Σε αυτούς προστίθεται ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής ποινής ή απόλυσης υπό όρους.

Και όλα αυτά παρότι όλες οι στατιστικές για την εγκληματικότητα στις ΗΠΑ δείχνουν ότι υπάρχει υποχώρηση όλων των δεικτών τις τελευταίες δεκαετίες.

Συχνά γύρω από την εγκληματικότητα και τη διαχείρισή της διαμορφώνονται διάφορες θέσεις που θεωρούνται αυτονόητες αλλά με βάση την εμπειρία δεν δείχνουν να στέκουν. Για παράδειγμα, υπάρχει η αντίληψη ότι όσοι διαπράττουν βίαια αδικήματα πρέπει να παραμείνουν για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα έγκλειστοι, γιατί εάν αποφυλακιστούν θα διαπράξουν εκ νέου αδικήματα. Ωστόσο, οι στατιστικές στις ΗΠΑ δείχνουν ότι οι άνθρωποι που καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία και αποφυλακίστηκαν έχουν μικρότερη πιθανότητα να συλληφθούν εκ νέου από ό,τι όσοι καταδικάστηκαν για κλοπές.

Ωστόσο η εικόνα μιας γενικευμένης αύξησης της εγκληματικότητας και η εμπέδωση ενός κλίματος ανασφάλειας παραμένει μια σταθερά της δημόσιας συζήτησης αυτών των θεμάτων στη χώρα μας, ενώ υποχωρεί ο βαθμός στον οποίο συζητάμε είτε για την πρόληψη των παραβατικών συμπεριφορών, είτε για τη διαμόρφωση μιας αντιεγκληματικής πολιτικής που να στηρίζεται στην αρχή ότι δείκτης προόδου μιας κοινωνίας είναι να έχει μικρότερες ποινές και μικρότερο αριθμό εγκλείστων.

Ακόμη περισσότερο, ο κίνδυνος είναι να ξεχάσουμε ότι η απάντηση στη βαναυσότητα δεν μπορεί να είναι μια αντίστροφη βαναυσότητα, από τη μεριά του οργανωμένου κράτους αυτή τη φορά, αλλά η προσπάθεια ώστε οι άνθρωποι να κατανοούν ότι δεν πρέπει να συμπεριφέρονται με βάναυσο τρόπο και ότι υπάρχουν άλλοι τρόποι να επιλυθούν τα προβλήματα που υπάρχουν στην κοινωνία.

Αντίθετα, η αντίληψη για την αντιεγκληματική πολιτική που τείνει να γίνει κυρίαρχη, δείχνει να στηρίζεται στην παραδοχή ότι ούτως ή άλλως ένας αριθμός του πληθυσμού θα είναι επιρρεπής στην παραβατικότητα και ότι το μόνο που χρειάζεται είναι η δέουσα αυστηρότητα και αποτελεσματικότητα των κατασταλτικών και σωφρονιστικών μηχανισμών ώστε έγκαιρα να εντοπίζεται, να συλλαμβάνεται, να καταδικάζεται και να εγκλείεται, ώστε να μειώνεται η πιθανότητα διάπραξης αδικημάτων. Η μεθοδολογία αυτή, της επιτήρησης, του έγκαιρου εντοπισμού και της άμεσης παρέμβασης μπορεί να είναι αποτελεσματική π.χ. στην αντιμετώπιση επιδημιών ή φυσικών καταστροφών, όμως είναι αμφίβολο εάν μπορεί να αποτελέσει την απάντηση σε προβλήματα που πολύ περισσότερο έχουν να κάνουν με τις στρεβλώσεις και ανισότητες των σύγχρονων κοινωνιών.

\Να μην ξεχάσουμε τον Διαφωτισμό

Σε όλη αυτή τη συζήτηση υπάρχει κίνδυνος να ξεχάσουμε ακόμη και βασικές θέσεις του διαφωτισμού και κυρίως την αντίληψη ότι οι κοινωνίες μπορούν να προοδεύσουν και οι συνθήκες να βελτιωθούν, μέσα από την διαμόρφωση κοινωνιών με περισσότερη ισότητα, ισχυρότερη αλληλεγγύη, περισσότερες ευκαιρίες για όλους, καλύτερη και περισσότερο προσβάσιμη παιδεία και κυρίως εμπιστοσύνη στη δυνατότητα αλλαγής: όχι μόνο των κοινωνιών αλλά και των ίδιων των ανθρώπων.

Γράψτε το σχόλιό σας