Ο διεθνούς φήμης βιολιστής και αρχιμουσικός Λεωνίδας Καβάκος, εγκατεστημένος μονίμως στην Ελβετία εδώ και λίγα χρόνια, δήλωσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «Καθημερινή»:

«Κανένας υπουργός Πολιτισμού δεν με κάλεσε ποτέ ν’ ακούσει, έστω, τις απόψεις μου για το πώς η ελληνική πραγματικότητα θα έρθει πιο κοντά στη διεθνή και πώς θα αποδείξουμε ότι είμαστε κράτος ανεπτυγμένο πολιτιστικά. Αν βγείτε στον δρόμο και ρωτήσετε τους περαστικούς, όλοι θα πουν ότι εμείς δώσαμε τα φώτα μας στην ανθρωπότητα. Σαχλαμάρες! Όχι γιατί δεν είναι αλήθεια, αλλά γιατί τέτοια λόγια βγαίνουν και από το στόμα ανθρώπων που δεν έχουν μελετήσει ούτε μια στιγμή στη ζωή τους. Με κούρασε αυτή η αδιαφορία. Ποτέ δεν επεδίωξα θέσεις και αξιώματα. Όμως βαρέθηκα να είμαι άχρηστος στην πατρίδα μου.

[…] Το μεγαλύτερο λάθος που έγινε στην Ελλάδα είναι ότι βγαίνουμε από την κρίση χωρίς να έχουμε καταλάβει τίποτα. Μια κρίση κυρίως ηθική, αξιών, που θα έπρεπε να μας έχει φέρει μπροστά στο ερώτημα πώς μπορούμε να φτιάξουμε μια καλύτερη κοινωνία, την αντιμετωπίσαμε απλώς ως κρίση οικονομική, αριθμών. Ελπίζω, έστω και αργά, να συνειδητοποιήσουμε ότι ένα περιβάλλον στο οποίο θα υπάρχει άνθηση των τεχνών, σημαίνει υγεία. Η ψυχική αγαλλίαση που νιώθει όποιος έχει ουσιαστική επαφή με κάποια τέχνη είναι το καλύτερο φάρμακο».

Χαίρομαι πραγματικά όταν διαπιστώνω ότι τις σκέψεις μου, τους συχνά-πυκνά εκπεφρασμένους στη στήλη των Απόψεων του in.gr προβληματισμούς μου, συμμερίζονται άνθρωποι καλλιεργημένοι, ηθικά και κοινωνικά καταξιωμένοι.

Οι επισημάνσεις του Καβάκου είναι απολύτως ορθές, η περιγραφή της νεοελληνικής πραγματικότητας απολύτως ακριβής.

Οι σύγχρονοι Έλληνες και οι σύγχρονες Ελληνίδες, στη μεγάλη πλειονότητά τους, δηλώνουν γενικώς και αορίστως υπερήφανοι για τους προγόνους τους και τις παραδόσεις τους, μηρυκάζοντας απλώς αθεμελίωτα επιχειρήματα, αφόρητες κοινοτοπίες και εθνικιστικά φληναφήματα.

Στην πραγματικότητα, οι γνώσεις τους για τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα είναι ανάξιες λόγου, η επαφή τους με την τέχνη ελάχιστη, οι πνευματικές αναζητήσεις και οι ηθικές αντιστάσεις τους σχεδόν ανύπαρκτες.

Όσον αφορά πάλι τη διαβόητη κρίση της τελευταίας δεκαετίας, εξερχόμεθα από αυτήν —κατά τα φαινόμενα τουλάχιστον— καταπονημένοι, καταρρακωμένοι, αλλά όχι και σοφότεροι.

Εάν κληθούμε να απαντήσουμε στο τι έφταιξε για όσα ενέσκηψαν, θα σπεύσουμε να κατηγορήσουμε τους άλλους, τους διαφορετικούς, τους απέναντι, βγάζοντας φυσικά από το κάδρο των ευθυνών τον εαυτό μας, τους οικείους μας, τους πάσης φύσεως «δικούς μας».

Πριν από τρεις σχεδόν δεκαετίες, το 1992, ο αείμνηστος Σαράντος Καργάκος έγραφε επί του προκειμένου τα εξής:

«Η δημοκρατία είναι πολίτευμα αισθητικό, το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν δέχεται το άσχημο, όποια μορφή κι αν έχει. Η ανάπτυξη της καλαισθησίας είναι πρωταρχικής σημασίας για τη δημοκρατία, για τους πολίτες και τους πολιτευόμενους. Όταν το ωραίο γίνει τρόπος ζωής, τότε κανείς δεν δέχεται το φθηνό. Έτσι οι πολίτες μαθαίνουν να μην κυβερνιούνται φθηνά, και οι πολιτικοί να μην προσφέρουν φθηνό πολιτικό έργο. Φθηνοί πολίτες παράγουν και φθηνούς πολιτικούς.

[…] Στο λαό, όταν δεν προσφέρεται ποιοτική δημοκρατία, προσφέρονται υποκατάστατα. Έτσι, η δωρεάν παιδεία είναι ένα σαθρό κάλυμμα, για να δικαιολογεί την υφέρπουσα ζοφερή αμάθεια.

[…] Στο άμεσο μέλλον η ουσιαστικότερη δημοκρατία θα καθορίζεται όχι από κάποιους τυπικούς θεσμούς, αλλά από τη δυνατότητα ευρύτερης συμμετοχής ευρυτάτων τμημάτων λαού σε ανώτερες μορφές κουλτούρας. Με άλλα λόγια, όσο ποιοτικότερη παιδεία παίρνει το μεγαλύτερο μέρος του λαού, τόσο ποιοτικότερη δημοκρατία θα έχουμε. Η δημοκρατία είναι πολίτευμα ευαισθησίας. Την ευαισθησία δι’ όλων των μαθημάτων προάγει η παιδεία. Τα σύγχρονα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια προσφέρουν παιδεία αναισθησίας. Ας μη μας εκπλήσσει που έχουμε μια χλωροφορμισμένη δημοκρατία».

Γράψτε το σχόλιο σας