«Σάλος ξέσπασε», που λένε κι αυτά τα αφόρητα δημοσιογραφικά κλισέ, με το silly parade (παρέλαση χαζή) των μαθητών στην Χαλκηδόνα. Εν εξάλλω ο δήμαρχος κ. Βούρος χαρακτήρισε τα παιδιά με εξίσου έξαλλες εκφράσεις κι ούτε λίγο, ούτε πολύ από προχθές βρήκαμε θέμα να ασχολούμαστε: Πώς αμαύρωσαν τη μνήμη των πεσόντων του έπους του ’40 μια χούφτα δεκαεξάχρονα.

«Είμαι δεκαεξάρης, σας γαμώ τα λύκεια», που έλεγε κι ο τροβαδούρος. Ας πούμε πως α πριόρι δικαίωνε τα αντιδραστικά μικράτα, πράγμα που αρνήθηκε να κάνει η κοινή γνώμη (μιας πολιτικής μπάντας) για αυτά, τα πολύ συγκεκριμένα δεκαεξάχρονα. Σε αντίθεση με τα άλλα δεκαεξάχρονα, που φώναξαν συνθήματα υπέρ του εθνικιστή Κατσίφα. Υποθέτουμε, δεν είναι δα και τόσο τρομερό να χάνουμε τη νεολαία μας από τον εθνικισμό. Όπως δεν ήταν τρομεροί οι φασιστικοί χαιρετισμοί κάποιων άλλων μαθητών τότε, επί των καταλήψεων για το Μακεδονικό. Εκείνα «παιδιά ήταν..».

Βεβήλωσαν, λοιπόν, τα συγκεκριμένα παιδιά τη μνήμη των ηρώων του ’40. Στην παρέλαση, να υπενθυμίσουμε. Αυτά τα παιδιά κατηγορήθηκαν ως βέβηλοι, όχι εκείνα με τις εθνικιστικές κορώνες την ημέρα της μνήμης για τη νίκη κατά του φασισμού, κατά του ναζισμού και βεβαίως υπέρ του εθελοντισμού, όπως τόνισε η υφυπουργός Εργασίας –και… καλύτερο βιογραφικό στην Ελλάδα- κ. Δόμνα Μιχαηλίδου. Αφού πρώτα μας ευχήθηκε «Χρόνια Πολλά» για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου…

Από την άλλη, βέβαια, μπορούμε να υιοθετήσουμε και την άποψη του κ. Βορίδη, ότι δεν υπάρχει δικαιολογία του τύπου «παιδιά είναι», γιατί, εντάξει, δεν είναι κι ανάπηρα (!) να μην μπορείς να συνεννοηθείς μαζί τους.

Όλα αυτά, βεβαίως, ισχύουν για τα παιδιά που αποφάσισαν να κάνουν το πασίγνωστο silly parade των πασίγνωστων βρετανών δημιουργών. Αλλά η τέχνη των Μόντι Πάιθον έχει ένα τρομερό μειονέκτημα για τη σημερινή ελληνική «κανονικότητα»: Είναι ευφυέστατη και προοδευτική. Πολύ, πολύ προοδευτική. Η έμπνευση της παρωδίας των παρελάσεων ήταν ένα πολιτικό μήνυμα κατά του πολέμου, μιμούμενη το ψυχοσωματικό αποτέλεσμα από το σοκ με θύματα τους στρατιώτες.

Είναι γνωστή σε όλους η ιστορία των παρελάσεων, αλλά ας την πούμε για ακόμη μία φορά: Οι παρελάσεις ήταν έμπνευση μιας σκοτεινής περιόδου, με μοναδικό σκοπό να συσπειρώνει, να γαλουχεί και να πειθαρχεί τη νεολαία. Του Χίτλερ, του Μουσολίνι, του Ιωάννη Μεταξά, που σύστησε την καινούρια εκείνη φασιστική μόδα της εποχής και στην Ελλάδα. Κι όταν λέμε ότι τη «σύστησε», εννοούμε πως την έκανε υποχρεωτική. «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατερα; Γιατί λάμπει έτσι η μέρα;». Ο ύμνος στον δικτάτορα έβγαινε δυνατά από τα πνευμόνια των παρελαυνόντων νέων.

Και δεν καταργήθηκαν ποτέ. Καταργήθηκε το δικαίωμα να κρατάει τη σημαία το κάθε παιδί, ο κάθε μαθητής, ο πρόσφυγας κι ο μαύρος κι ο μη άριστος κι ο απουσιολόγος, χωρίς εξαιρέσεις, με μία απλή κλήρωση. Στην εποχή των αρίστων το σχολείο οφείλει να προετοιμάζει τα παιδιά για αυτό που λέμε «κανονική ζωή». Δηλαδή, την ανισότητα και την κοινωνία των δύο ταχυτήτων.

Καταργήθηκε, λοιπόν, η κλήρωση κι όχι οι παρελάσεις. Που κάποτε, σε μία άλλη παρέλαση, ένας μαύρος μαθητής κράτησε τη σημαία και ξέσπασε ξανά αυτός ο κλισέ δημοσιογραφικός σάλος. Ήταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο.

Καταργήθηκε και το μέτρο, γενικώς. Το μέτρο που θα έπρεπε να έχει ένας ενήλικας απέναντι σε παιδιά που, μάλιστα, επιλέγουν μία καλλιτεχνική αναπαράσταση για να μεταδώσουν ένα πολιτικό μήνυμα που δε σκότωσε ποτέ κανέναν. Σε αντίθεση με τους εμπνευστές των παρελάσεων και το ίδιο το ιστορικό φορτίο που αυτές κουβαλούν.

Οπότε, αν μπορούμε να ανοίξουμε τη συζήτηση προς όλες τις κατευθύνσεις, σίγουρα κάτι βεβηλώνει τη μνήμη των ηρώων που πολέμησαν το ναζισμό και το φασισμό. Η τραγική ειρωνεία να τους τιμούν οι νέοι με τα κατάλοιπα της ιδεολογίας των κατακτητών.

Αν οπωσδήποτε, ωστόσο, πρέπει να αποδοθούν ευθύνες, ας καταργηθούν κι οι ίδιοι οι Μόντι Πάιθον. Εξάλλου, κάτι τέτοιο υποθέτω ότι θα διάλεγαν να κάνουν κι οι εκείνοι, αν σκηνοθετούσαν το συγκεκριμένο συμβάν. Θα ξεχείλιζαν από ειρωνεία καταργώντας στο τέλος τον ίδιο τους τον εαυτό.

Γράψτε το σχόλιό σας