Για τους ειδικούς στον κλάδο των ακινήτων η αναστολή του ΦΠΑ στις πωλήσεις όλων των νεόδμητων, με οικοδομική άδεια από το 2006, μοιάζει να είναι ο καταλύτης που αναζητούσε η συγκεκριμένη αγορά για να αποτινάξει τα βαρίδια της κρίσης και να παίξει τον ρόλο ενός ισχυρού εργαλείου ανάπτυξης της οικονομίας.

Η οικοδομή, πάντα, ήταν δεμένη με την πορεία οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Καλώς ή κακώς (και με καταστροφικές υπερβολές) στη σύγχρονη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας, όταν η οικοδομή ψήλωνε, ανέβαιναν και οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης της χώρας και το αντίστροφο.

Από το οικονομικό θαύμα της δεκαετίας του 1960, με την αντιπαροχή και την γκρίζα 20ετία από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ως το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90, έως την έκρηξη με την εισαγωγή του ευρώ, τη «φούσκα» και τη μεγάλη κρίση που ακολούθησε, η οικοδομή πάντα ήταν παρούσα με αρνητικό ή θετικό πρόσημο στην ανάπτυξη της χώρας. Δείγμα και αυτό της έλλειψης άλλων, πιο ορθολογικών και αποτελεσματικών τρόπων ανάπτυξης, απότοκο της αποβιομηχάνισης της χώρας, η οποία σήμερα, εξουθενωμένη από τη δεκαετή κρίση, αναζητεί επειγόντως νέες αναπτυξιακές δυνάμεις.

Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει η πολυτέλεια του χρόνου. Η Ελλάδα χρειάζεται επιτακτικά ανάπτυξη. Και από την άποψη αυτή το μήνυμα που έστειλε ο Πρωθυπουργός με την εξαγγελία του μέτρου αναστολής του ΦΠΑ ήταν απολύτως ξεκάθαρο.

Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, με τις κυβερνητικές εξαγγελίες στη φορολογία εισοδήματος. Η μείωση των φορολογικών βαρών για τα νοικοκυριά παραμένει ακόμη το ζητούμενο.

Και ενώ οι προθέσεις για την τήρηση των δεσμεύσεων δεν αμφισβητούνται, κάποια μέτρα που εξαγγέλλονται τείνουν να αναιρούν άλλα. Ο Πρωθυπουργός ορθώς δεσμεύτηκε για τη διατήρηση του αφορολόγητου ορίου. Ανακοίνωσε, παράλληλα, τη μείωση του χαμηλού συντελεστή φορολογίας εισοδήματος η οποία, ωστόσο, οδηγεί σε μια μικρή ελάφρυνση για τους μισθωτούς αλλά δυσανάλογα μεγαλύτερη για τους ελεύθερους επαγγελματίες, συγκριτικά με την προβληματική συμμετοχή τους στα φορολογικά βάρη.

Και ενώ ο βασικός στόχος παραμένει η μείωση της φοροδιαφυγής, για την αύξηση των εσόδων και τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου που θα επιτρέψει μια μεγάλη μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων για τους πολλούς, η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη θέσπιση ενιαίου συντελεστή 30% επί του εισοδήματος για τις δαπάνες με ηλεκτρονικό χρήμα. Το μέτρο βρίσκεται στη σωστή «πλευρά του δρόμου».

Ωστόσο, με τον τρόπο που επιχειρείται αν εφαρμοσθεί – ίδιο ποσοστό για όλους και χωρίς δικλίδες ασφαλείας – κινδυνεύει να αποβεί σε βάρος μιας μεγάλης κατηγορίας μισθωτών με μεσαία εισοδήματα, που είναι ειλικρινείς απέναντι στην Εφορία και συνεπείς στη φορολογικές υποχρεώσεις τους. Πολλοί από αυτούς, κυρίως οικογένειες, που δεν θα μπορέσουν να συγκεντρώσουν τις ηλεκτρονικές δαπάνες που απαιτεί η Εφορία, θα πληρώσουν έξτρα φόρο. Το αντίθετο θα συμβαίνει με τους επαγγελματίες που έχουν την ευχέρεια να προσαρμόσουν τα δηλωθέντα εισοδήματά τους, άρα και τις e-αποδείξεις στα μέτρα τους.

Η κυβέρνηση έχει τον χρόνο ως την κατάθεση του νέου φορολογικού νομοσχεδίου να διορθώσει τυχόν ειλημμένες αποφάσεις της που θα προκαλέσουν παρενέργειες. Γιατί, όπως και με τη φορολογία ακινήτων, έτσι και με τη φορολογία εισοδήματος το μήνυμα που θα στείλει θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο για να είναι και αποτελεσματικό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο