Θεωρητικώς, η επανεμφάνιση ενός πρώην πρωθυπουργού, με την πρώτη πολιτική ομιλία του έπειτα από δέκα χρόνια σιωπής, θα έπρεπε να αποτελεί μείζον θέμα και να κυριαρχεί στις συζητήσεις.

Ο Κώστας Καραμανλής προφανώς έχει αντιληφθεί ότι η παρεμβατικότητά του ολοκληρώθηκε όταν – μαζί με τα χειροκροτήματα – έσβησαν τα φώτα στην αίθουσα του Βελλίδειου.

Αλλά για την αντίδραση αυτή δεν ευθύνεται η μακρά απουσία του, αυτή η «ωσεί παρών» εικόνα του στα ορεινά της Βουλής, σε μια περίοδο που η ελληνική κοινωνία κλυδωνιζόταν μέσα στην κρίση και η χώρα άλλαζε συνεχώς κυβερνήσεις, αναζητώντας την επιστροφή στην κανονικότητα. Δεν είναι η συλλογική λήθη υπεύθυνη που η επανεμφάνιση δεν συνεγείρει το μεγάλο ακροατήριο. Ο Καραμανλής δεν ξεχάστηκε – για να χρειάζεται να ξεκινήσει από την αρχή. Αντιθέτως, η μεγάλη κοινωνική βάση αδιαφορεί, επειδή θυμάται.

Στην πραγματικότητα, ο Καραμανλής παρέλαβε από τον Κώστα Σημίτη μια χώρα στην καλύτερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας της. Οικονομικά, γεωπολιτικά, θεσμικά.

Παρά τις «αμαρτίες» της, την παθογένεια που κρατούσε ακόμη δέσμια μια κρατική μηχανή που έπρεπε να εκσυγχρονιστεί και μια καθεστωτική αντίληψη που χαρακτήριζε πλέον αρκετά μέλη της, η κυβέρνηση Σημίτη παρέδωσε μια δυνατή Ελλάδα. Την ισχυρότερη που είχε αναλάβει ποτέ ο επόμενος πρωθυπουργός.

Μια χώρα με νέες υποδομές, με λόγο στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα, όπως έδειχναν και οι θέσεις εξουσίας στην ΕΕ που κατέληγαν σε Ελληνες, με νέο γεωστρατηγικό σχεδιασμό, που έφερε και την Κυπριακή Δημοκρατία στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

Και πάνω απ΄ όλα, με μια οικονομία που οδηγούσε σε συνεχή άνοδο του βιοτικού επιπέδου, θωρακισμένη και από το νέο νόμισμα που υπηρετούσε τον στόχο της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, ακόμη κι αν υπήρξαν πολυδάπανοι, επιβεβαίωναν μια εικόνα ισχύος και ενίσχυαν το εθνικό γόητρο. Οσοι αναζήτησαν σε αυτούς τα αίτια της κρίσης του 2009-2010, απλώς αναζητούσαν ένα άλλοθι για να καλύψουν τις δικές τους ευθύνες.

Ο Κώστας Καραμανλής είχε όλα τα εφόδια για να αφήσει το δικό του στίγμα σε μια χώρα που θα ανέβαινε ακόμη ψηλότερα. Αλλά ακολούθησε την πεπατημένη του εύκολου, καταγγελτικού λόγου και μιας αντιπολίτευσης με ρητορική εισαγγελέα.

Εγκαταστάθηκε στο Μαξίμου χωρίς κανένα σχέδιο, αποκλειστικά και μόνον λόγω της φθοράς του αντιπάλου, που μετρούσε έντεκα χρόνια συνεχούς διακυβέρνησης. Και μέσα σε μόλις πέντε χρόνια, «δραπέτευσε», αφήνοντας ένα  ετήσιο έλλειμμα 24 δισ. ευρώ.

Ο Αλέξης Τσίπρας, για τους δικούς του μικροκομματικούς λόγους, το αναγνώρισε με καθυστέρηση μιας δεκαετίας, αλλά αυτή είναι εν τέλει η κληρονομιά της διακυβέρνησης Καραμανλή. Το πρόβλημα για τον πρώην πρωθυπουργό είναι ότι ακόμη και σήμερα η αυτοκριτική δείχνει ως υπεκφυγή. Το «κάναμε λάθη, κανείς δεν είναι αλάνθαστος» δεν απαντά στα «γιατί;» ακόμη κι εκείνων που τον πίστεψαν ως «αναμορφωτή» και έτρεφαν το 2004 προσδοκίες για την «επανίδρυση του κράτους».

Τα μέτρα που υποτίθεται ότι ετοιμαζόταν να λάβει η κυβέρνηση πριν σκάσει η χώρα στα βράχια, έμειναν γραμμένα στην χαρτοπετσέτα που είχε παραδώσει ο Γιάννης Παπαθανασίου στην Κριστίν Λαγκάρντ.

Η δεκαετής σιωπή του Καραμανλή ήταν η μέθοδος για την επιστροφή. Υπηρετούσε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα προφίλ πάνω και πέρα από κόμματα – που θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμο την κατάλληλη ώρα. Δήλωνε «παρών» χωρίς να το φωνάζει, αποφεύγοντας προκλήσεις και τριβές, σε μια περίοδο μάλιστα που το μεταπολιτευτικό πολιτικό σκηνικό έδειχνε υπό διάλυση.

Η δυναμική της ΝΔ είναι στην πραγματικότητα εκείνη που τον αναγκάζει να στραφεί ξανά στο κόμμα, δέκα μέρες πριν από τις εκλογές. Αλλά το πολυδιαφημισμένο imperium του Καραμανλή έχει πια χαθεί και για το συντηρητικό ακροατήριο.

Θα μπορούσε να το είχε αντιληφθεί και ο ίδιος τον Οκτώβριο του 2015, όταν ο Απόστολος Τζιτζικώστας έφθασε στη Ραφήνα μόνο και μόνο για να αγνοήσει τις συστάσεις να μην αναμειχθεί στην εσωκομματική αναμέτρηση, απέναντι στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Εκείνη την αναμέτρηση, βέβαια, που έφερε στη θέση του οδηγού τον Κυριάκο Μητσοτάκη.