Θα πρέπει να αποφασίσει ο Αλέξης Τσίπρας: είμαστε σε «πορεία της εξόδου από την κρίση» ή ήδη «βγήκαμε από την κρίση»; Γιατί και τις δύο φράσεις τις είπε, με διαφορά λίγων δευτερολέπτων, μιλώντας το περασμένο Σάββατο στην πλατεία της Τήλου – από όπου μετά αναχώρησε αιφνιδίως για να λάβει μέρος σε έκτακτη σύσκεψη του ΚΥΣΕΑ, διότι εικάζεται ότι το τουρκικό πλωτό γεωτρύπανο με τον φιλειρηνική ονομασία «Πορθητής» ξεκίνησε γεώτρηση στη κυπριακή ΑΟΖ.

Και πρέπει επίσης να αποφασίσει κάτι πολύ σοβαρότερο: οι περιστάσεις απαιτούν έκτακτες συσκέψεις του ΚΥΣΕΑ ή συνέχιση των τακτικών συσκέψεων με την τουρκική πλευρά για την «οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης»; Διότι την επομένη της σύγκλησης του ΚΥΣΕΑ αναχώρησαν για την Άγκυρα Έλληνες  στρατιωτικοί και εμπειρογνώμονες για να συζητήσουν με Τούρκους  συναδέλφους τους. Είναι η κατάσταση τόσο κρίσιμη ώστε ο υπουργός Άμυνας κ. Αποστολάκης δεν μπορεί να είναι ούτε καν υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ για «να επιτελέσει το εθνικό του καθήκον» όπως ανακοινώθηκε; Θέλει να μείνει υπεράνω κομμάτων ο ως πριν λίγους μήνες αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων; Ή απλώς κάποιος από τους δύο, ο υπουργός ή ο πρωθυπουργός, βρήκε ευκαιρία να απαλλαγεί από τον άλλο;

Αν ο κ. Τσίπρας εκτιμά ότι τον βοηθά προεκλογικά, ότι συνιστά «δημιουργική ασάφεια», το ζήτημα της εσωτερικής κρίσης, οι  ασάφειες ως προς την εξωτερική πολιτική μπορεί να κοστίσουν πολύ περισσότερα και πολύ σπουδαιότερα από τα δισεκατομμύρια που μας κόστισαν οι ασάφειες του 2015. Οπωσδήποτε, η διαχείριση της ελληνο-τουρκο-κυπριακής κρίσης για τις ΑΟΖ των χωρών μπορεί να μην ήταν εποικοδομητικά τολμηρή, όπως η Συμφωνία των Πρεσπών, είναι όμως συνετή- δεν υπάρχει κανένας λόγος πλειοδοσίας στις γελοίες απειλές του Ταγίπ Ερντογάν, όπως μας είχε συνηθίσει ο κ. Καμμένος.

Την ίδια ακριβώς πολιτική, προσφυγή σε διπλωματικά μέσα, πρωτίστως αυτά που μπορεί να εξασφαλίσει η συμμετοχή στην ΕΕ,  υποστηρίζει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αν λοιπόν οι δύο πρωταγωνιστές της πολιτικής αναμέτρησης συμπλέουν στα βασικά, καλά θα κάνουν διάφοροι φωνακλάδες να σιωπήσουν.

Ο Ταγίπ Ερντογάν, μετά το πραξικόπημα του 2016 αισθάνεται να απειλείται όχι μόνο η εξουσία του αλλά και η ίδια του η ζωή – είναι ικανός για μεγάλους τυχοδιωκτισμούς. Οι Έλληνες πρωθυπουργοί, νυν και επόμενοι, δεν πρέπει ούτε από τη στάση του να παρασυρθούν ούτε από τους ντόπιους υπερπατριώτες φωνακλάδες. Ας διαλεχθούν καλύτερα με τον Κώστα Σημίτη που ακριβώς στο διπλωματικό πεδίο, με τη Συμφωνία του Ελσίνκι, είχε δρομολογήσει την επίλυση των διαφορών με την Τουρκία·  την οποία εγκατέλειψε η κυβέρνηση Καραμανλή και ζούμε έκτοτε τις συνέπειες.

Γράψτε το σχόλιο σας