Η υπόθεση Novartis από σκάνδαλο που θα έστελνε στα αζήτητα της πολιτικής ζωής τους πρωταγωνιστές του παλαιού πολιτικού συστήματος μετατρέπεται μέρα με τη μέρα σε κατηγορητήριο για τους κυβερνητικούς και δικαστικούς παράγοντες που ενεπλάκησαν σε μια ιστορία η οποία μοιάζει όλο και περισσότερο με σκευωρία, και μάλιστα κακοστημένη. Τα επιμέρους στοιχεία δείχνουν μεθόδευση από τις πρώτες κιόλας ημέρες της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ προκειμένου στελέχη της προηγούμενης κυβέρνησης ΝΔ/ΠαΣοΚ να βρεθούν στο εδώλιο και να εδραιωθεί με τον τρόπο αυτόν η πολιτική κυριαρχία του Αλέξη Τσίπρα.

Τώρα όλοι δείχνουν με το δάχτυλο τον «Ρασπούτιν» της κυβέρνησης, όμως τα γρανάζια τέθηκαν σε κίνηση προτού προκύψει η υπόθεση Novartis και για να συμβεί αυτό ασφαλώς απαιτείται συγκατάθεση από την κορυφή της κυβέρνησης. Αλλωστε, η δήλωση για «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους» έγινε συνειδητά έξω από το Μέγαρο Μαξίμου έπειτα από σύσκεψη των αρμόδιων κυβερνητικών παραγόντων υπό τον Πρωθυπουργό.

Υπό την καθοδήγηση του «Ρασπούτιν»

Από τον Ιανουάριο του 2018 μέχρι σήμερα αποκαλύπτεται σε δόσεις το μεγαλύτερο σκάνδαλο των τελευταίων ετών, μόνο που δεν είναι αυτό στο οποίο επένδυσε η κυβέρνηση. Ο εμφύλιος που έχει ξεσπάσει στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης λαμβάνει πρωτοφανείς διαστάσεις και φέρνει στο φως την ύπαρξη ενός παραδικαστικού κυκλώματος υπό την καθοδήγηση του «Ρασπούτιν» αλλά αναδεικνύει και τις κατηγορίες περί σύστασης συμμορίας και εγκληματικής οργάνωσης, με εμπλοκή μελών της κυβέρνησης. Αν πριν από έναν χρόνο αυτά έμοιαζαν υπερβολές, η αναζήτηση της αλήθειας καθίσταται πλέον επιτακτική ανάγκη. Δεν καθίζεις στο σκαμνί με ανυπόστατες μαρτυρίες «κουκουλοφόρων» μαρτύρων και κατηγορίες που επισύρουν ισόβια κάθειρξη για τέτοια χρηματικά ποσά 10 κορυφαία πολιτικά πρόσωπα χωρίς να υπάρξουν συνέπειες!

Ο κ. Τσίπρας στην πρόσφατη τηλεοπτική του συνέντευξη, έχοντας ηττηθεί βαριά στις ευρωεκλογές και με τις δημοσκοπήσεις για τις εθνικές εκλογές να μην τον ευνοούν, δήλωσε ότι στην υπόθεση Novartis η κυβέρνησή του κινήθηκε θεσμικά και την έστειλε στη Βουλή. «Εμείς δεν πήγαμε κανέναν «μέχρι τέλους» και δεν απειλήσαμε με ειδικά δικαστήρια» είπε. Ξέχασε ότι μόλις πριν από λίγους μήνες, από το βήμα της Βουλής, ενώ παρέπεμπε τους αντιπάλους του σε Προανακριτική Επιτροπή, μοίραζε ταυτόχρονα και καταδικαστικές αποφάσεις. Τους  χαρακτήριζε «αληθινούς κουκουλοφόρους» που «κραυγάζουν ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο» επειδή «η Δικαιοσύνη απειλεί να τους βγάλει τις κουκούλες και να τους αποκαλύψει». «Πώς έγινε αυτό το σκάνδαλο; Ξεφύτρωσε από μόνο του; Επεσε από τον ουρανό; Δεν υπήρξαν πολιτικά πρόσωπα και κυβερνητικοί παράγοντες που την κρίσιμη περίοδο ευνόησαν τη συγκεκριμένη εταιρεία με τις αποφάσεις τους, ώστε αυτή να έχει παράνομο κέρδος; Και με ποιο όφελος άραγε;» ρωτούσε.

Ποιον φωτογραφίζει ο Ιωάννης Αγγελής

Πράγματι, το σκάνδαλο Novartis για τα πολιτικά πρόσωπα ούτε από τον ουρανό έπεσε ούτε ξεφύτρωσε μόνο του.

Μεθοδεύθηκε, όπως περιγράφει ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Αγγελής, από τον «Ρασπούτιν», υπηρετήθηκε από συγκεκριμένους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς και καλύφθηκε από την κυβέρνηση μέχρι την τελευταία ώρα. Ο κ. Αγγελής δεν κατονομάζει αλλά «φωτογραφίζει» επαρκώς τον «Ρασπούτιν». Στην αναφορά του τον περιγράφει ως άτομο που «έχει προσβάσεις στα ΜΜΕ, έχει νομικές γνώσεις, χωρίς να αποκλείεται να έχει γνώσεις και μυστικών υπηρεσιών. Το άτομο αυτό γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα στον χώρο της Δικαιοσύνης και έχει τις γνώσεις αλλά και τη δυνατότητα να επεμβαίνει κατά την απονομή αυτής».

Στη μετέπειτα επιστολή-εξώδικο αναφέρει ότι την ταυτότητά του τού την είχε γνωστοποιήσει η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου. «Στον βαθμό πάντως που μου το έχει γνωστοποιήσει (το όνομα) η κυρία Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου (…) αυτός είναι μέλος της κυβέρνησης και έχει τη δυνατότητα να διορίζει «παιδιά και νύφες» ατόμων που βρίσκονται στις ανώτερες βαθμίδες της Δικαιοσύνης, «ενδεχομένως δε και ατόμων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου»».

Ατομο με αυτά τα χαρακτηριστικά, το οποίο έχει διατελέσει και διοικητής της ΕΥΠ, είναι μόνο ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος. Η στρατηγική του για την έρευνα σχετικά με τη Νοvartis, επισημαίνει ο αντεισαγγελέας, συνίστατο στο ότι «ασκούμε δίωξη στηριζόμενοι στις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων, στέλνουμε τμήμα της δικογραφίας στον ανακριτή και τα υπόλοιπα τα βρίσκει ο ανακριτής». Διαδικασίες «fast track». Την ίδια μέθοδο έχει καταγγείλει η πρώην Εισαγγελέας κατά της Διαφθοράς Ελένη Ράικου ότι επιχείρησε να της επιβάλει ο «Ρασπούτιν». Ο κ. Αγγελής ρίχνει στοχευμένα πυρά και τα σκάγια παίρνουν και τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτρη Δασούλα, στον οποίο ανετέθη η διερεύνηση των αναφορών Αγγελή, καθώς είναι γνωστό στους κύκλους του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η νύφη του εργάζεται στο γραφείο του κ. Παπαγγελόπουλου. Το γιατί επελέγη ένα πρόσωπο με προφανές κώλυμα να διενεργήσει αυτή την καυτή για την κυβέρνηση υπόθεση είναι ένα ερώτημα που μένει να απαντηθεί.

Η «επιχείρηση Βγενόπουλος»

Παρά την προσπάθεια που γίνεται να τρωθεί το κύρος του κ. Αγγελή, άρα και η αξιοπιστία των καταγγελιών του, το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν είναι τυχαίο στο παζλ της επιχείρησης εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Οι αναφορές του για τους χειρισμούς δικαστικών παραγόντων στην υπόθεση Βγενόπουλου αξιοποιήθηκαν το 2016 προκειμένου να διαταχθεί έρευνα κατά της πρώην Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και άλλων πέντε εισαγγελικών λειτουργών, μεταξύ των οποίων και η κυρία Ράικου, που είχαν χειριστεί τμήματα της δικογραφίας Βγενόπουλου.

Εκείνη την εποχή το κλίμα για την προηγούμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΠαΣοΚ ήταν βαρύ και ελάχιστα έγιναν γνωστά. Σήμερα όμως που τα στόματα ανοίγουν με μεγαλύτερη ευκολία, μεταδίδεται από πρόσωπα τα οποία γνωρίζουν άριστα τα γεγονότα ότι ο «Ρασπούτιν» ασκούσε πιέσεις προκειμένου να ασκηθούν διώξεις για την υπόθεση Βγενόπουλου ώστε να δημιουργηθεί ένας ασφυκτικός κλοιός γύρω από τον Αντώνη Σαμαρά και τον Ευάγγελο Βενιζέλο. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί αρνήθηκαν και βρέθηκαν υπόλογοι. Επιπλέον, αναφορά ονομαστικώς κατά του κ. Παπαγγελόπουλου κατέθεσε η Εισαγγελέας Εφετών Γεωργία Τσατάνη. Η κυρία Τσατάνη επιβεβαίωσε την καταγγελία της και στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής λέγοντας: «Ο κ. Παπαγγελόπουλος μου είπε ότι θα ακολουθήσει εις βάρος μου άγριος πόλεμος. Μου συνέστησε να επιστρέψω άμεσα τη δικογραφία Βγενόπουλου (σ.σ.: στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς). Να κάνω Χριστούγεννα με την οικογένειά μου…».

Ο κ. Αγγελής τότε είχε κοινοποιήσει την αναφορά του στον κ. Παπαγγελόπουλο, ώστε, όπως έγραφε, να κρίνει αν θα τον καλούσε ως μάρτυρα στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, και στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Νίκο Παρασκευόπουλο, ο οποίος την προώθησε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο τότε πρόεδρος του ΣτΕ, Νικόλαος Σακελλαρίου, ανέθεσε την προκαταρκτική εξέταση στον νεότερο αντιπρόεδρο του ανωτάτου δικαστηρίου, Ιωάννη Γράβαρη, ο οποίος προήχθη από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αφήνοντας πίσω 15 αρχαιότερα μέλη του ΣτΕ, γνωρίζοντας ότι δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει ανώτερό του και εν ενεργεία Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Το πόρισμα Γράβαρη, το οποίο καταλόγιζε βαρύτατες πειθαρχικές ευθύνες και στους έξι εισαγγελείς, εξεδόθη ύστερα από δύο χρόνια, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει κινηθεί καμία πειθαρχική διαδικασία.

Ηθελαν να πλήξουν Σαμαρά και Βενιζέλο

Αφού η «επιχείρηση Βγενόπουλος» απέτυχε, όπως νωρίτερα η προσπάθεια αξιοποίησης της «λίστας Λαγκάρντ», το ενδιαφέρον στράφηκε στην επόμενη υπόθεση που θα μπορούσε να πλήξει την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου. Και δεν ήταν άλλη από τη Novartis. Προκειμένου να προχωρήσουν οι διαδικασίες κρίθηκε ότι θα έπρεπε να αντικατασταθεί η κυρία Ράικου από την Εισαγγελία Διαφθοράς, η οποία εξαναγκάστηκε σε παραίτηση τον Μάρτιο του 2017. Στις 12 Φεβρουαρίου η Ελένη Τουλουπάκη προήχθη από εισαγγελέας Πρωτοδικών σε αντεισαγγελέα Εφετών, με παράτυπη παρέμβαση στη διαδικασία της τότε προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θάνου, ώστε να έχει τα τυπικά προσόντα για τη θέση της Εισαγγελέως κατά της Διαφθοράς.

 

Η σκευωρία θα ερευνηθεί από τη Βουλή

Η υπόθεση Novartis έχει ανοίξει τον ασκό του Αιόλου. Η ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ καταγγέλλουν σκευωρία. Ο κ. Βενιζέλος ζητεί να διαβιβαστεί η σχετική δικογραφία αμελλητί στη (νέα) Βουλή καθώς γίνεται πλέον ρητή αναφορά σε μέλος της κυβέρνησης, και επίσης να απόσχουν ο υπουργός Δικαιοσύνης και η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου «από τις ποινικές/δικονομικές και πειθαρχικές αρμοδιότητες της θέσης που κατέχουν». Ο κ. Σαμαράς ζητεί να ανασυρθεί η μήνυσή του από το αρχείο «ώστε να λάμψει η αλήθεια». «Μέχρι τέλους…» προσθέτει, και επαναφέρει την κατηγορία περί συμμορίας και σκευωρών». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι ξεκάθαρα υπήρχαν πολιτικές κατευθύνσεις από την κυβέρνηση σε μια σκευωρία που θα ερευνηθεί.

Τον Φεβρουάριο του 2018 ο κ. Βενιζέλος είπε στη Βουλή ότι οι χειρισμοί που έγιναν στην υπόθεση Novartis συνιστούν «παραβίαση των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα περί εσχάτης προδοσίας, γιατί έχουμε συστηματική αλλοίωση των θεσμών προκειμένου να προσβληθεί ο πυρήνας τους, στον οποίο ανήκει και η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης». Τότε αρκετοί θεώρησαν υπερβολική την προσέγγισή του. Μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις, με τον κ. Αγγελή να μην έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη και τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές να κινδυνεύουν να βρεθούν κατηγορούμενοι και απολογούμενοι, τίποτε δεν μοιάζει υπερβολικό.

 

Το «υπάκουο παιδί» που ξεσπάθωσε για «να μην πάει φυλακή»

Ο κ. Αγγελής ομολογεί τη στενή σχέση του με την κυρία Δημητρίου, αναφέροντας ότι υπήρξε εποχή που «ήμουν το πλέον «αγαπημένο της παιδί στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου» και οι απόψεις μας ταυτίζονταν, μέχρι βαθμού παρεξηγήσεως, ότι δηλαδή δεν ήμουν μόνο το αγαπημένο της, αλλά και το «υπάκουο παιδί της»».

Αρμόδιος για την εποπτεία και τον συντονισμό του έργου των εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος και Εγκλήματος Διαφθοράς ορίστηκε τον Οκτώβριο του 2018 με απόφαση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου. Τρεις μήνες μετά παραιτήθηκε διαμηνύοντας «δεν θα πάω εγώ φυλακή για τις παρανομίες της Τουλουπάκη!». Αυτοί που τον επέλεξαν ως εποπτεύοντα Εισαγγελέα Διαφθοράς δεν έλαβαν προφανώς υπόψη τους ότι ακόμη και τα πιο «υπάκουα παιδιά» έχουν όρια αντοχής.

Οι αρχικές αναφορές του κ. Αγγελή για τους χειρισμούς της Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς έγιναν στις 7 Ιανουαρίου 2019 και στις 21 Φεβρουαρίου 2019. Η κυρία Δημητρίου ανακοίνωσε ότι ανέθεσε την έρευνά τους στον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγόρη Πεπόνη και ότι οι αναφορές ετέθησαν στο αρχείο. Ομως οι αναφορές δεν ερευνήθηκαν ποτέ, επειδή ο κ. Πεπόνης πήρε εντολή να διερευνήσει τις σχετικές με το ταξίδι των εισαγγελέων κατά της Διαφθοράς στη Βιέννη διαρροές προς τον Τύπο. Αυτή η έρευνα τέθηκε στο αρχείο. Το γεγονός επισημαίνει και ο κ. Αγγελής: «Από ό,τι γνωρίζω οι καταγγελίες μου ουδόλως ερευνήθηκαν από την κα Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, τέθηκαν δε στο Αρχείο (γιατί άραγε), όπου παρέμειναν για πέντε περίπου μήνες και θα παρέμειναν «στον αιώνα τον άπαντα», εάν δεν ερχόταν ένα δημοσίευμα εφημερίδος να ταράξει «τον μακάριο ύπνο τους»».

«Αλαλούμ στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς»

Στις 12 Απριλίου 2019 το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου ανανέωσε τη θητεία της κυρίας Τουλουπάκη στη θέση της Εισαγγελέως κατά της Διαφθοράς. Η απόφαση ελήφθη μετά από πολύωρη συνεδρίαση, κατά πλειοψηφία, με οκτώ ψήφους υπέρ και τρεις κατά, ενώ διατυπώθηκαν ισχυρές ενστάσεις για τους χειρισμούς της στην υπόθεση Novartis. Υπέρ της ανανέωσης της θητείας Τουλουπάκη ψήφισε η κυρία Δημητρίου και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πέππας. Μετά τις τελευταίες αποκαλύψεις προκύπτει το ερώτημα αν η κυρία Δημητρίου είχε ενημερώσει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο για τις αναφορές Αγγελή. Αν δεν το έπραξε, γιατί απέκρυψε ένα τόσο σημαντικό στοιχείο το οποίο ενδεχομένως να μετέβαλλε την κρίση των μελών του για την κυρία Τουλουπάκη; Το ζήτημα δεν είναι ηθικό αλλά έχει ποινικές προεκτάσεις.

Ο κ. Αγγελής περιγράφει ένα απίστευτο αλαλούμ στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς: Οι δικογραφίες της Novartis ήταν «ένας όγκος εγγράφων σε μια γωνιά», «δεν είχαν ξεχωρίσει τα έγγραφα ανά δικογραφία», «είναι σχεδόν βέβαιο – κατά την κρίση μου – ότι ούτε οι ίδιοι οι εισαγγελείς Διαφθοράς γνωρίζουν πόσες σχετικές δικογραφίες έχουν σχηματιστεί». Η κυρία Τουλουπάκη κατηγορεί τον κ. Αγγελή για παρεμβάσεις στο έργο της με σκοπό να εμποδίσει την ταχεία ολοκλήρωση της έρευνας και για την κατάσχεση ηλεκτρονικών αρχείων της Novartis αλλά και άλλων υπό διερεύνηση υποθέσεων, όπως και τα απόρρητα έγγραφα που είχε στείλει η αμερικανική πλευρά. Σύμφωνα με πληροφορίες, σχετικά με το ταξίδι στη Βιέννη αναφέρει ότι έγινε λόγος για λογαριασμό πολιτικού προσώπου αλλά ο κ. Αγγελής πρότεινε τα στοιχεία να δοθούν μέσω της Eurojust. Ο κ. Αγγελής παραδέχεται ότι αντέγραψε τα αρχεία με την έγκριση της κυρίας Δημητρίου και προσθέτει ότι την ημέρα που πήγε για τον σκοπό αυτόν στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς, βρήκε τον νεαρό γιο μιας γραμματέως να παίζει στον υπολογιστή στον οποίο ήταν αποθηκευμένα χωρίς κωδικούς ασφαλείας τα έγγραφα της υπόθεσης Novartis. Χαρακτηρίζει «αμφιβόλου νομιμότητας» τις επικοινωνίες της κυρίας Τουλουπάκη με τους αμερικανούς πράκτορες του FBI και επισημαίνει ότι «καθότι σε εμένα ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε από τους εισαγγελείς Διαφθοράς, να τείνω να διαμορφώσω την άποψη ότι μετέβαιναν στο εξωτερικό για λόγους προσωπικής αναψυχής».

Αιχμές και για τους μάρτυρες

Επιπλέον, αναφέρει ότι από κοινού με την κυρία Δημητρίου είχαν ενημερώσει τον υπουργό Δικαιοσύνης Μιχάλη Καλογήρου «σχετικά με «τον δικονομικώς στραβό δρόμο», που είχε λάβει η ανακριτική πορεία της υπόθεσης Novartis, αλλά και για το εν γένει «αλαλούμ», που επικρατούσε στην «Εισαγγελία καταπολέμησης διαφθοράς», λόγω της ανεπάρκειας των διενεργούντων αυτήν». Ο κ. Αγγελής ψέγει τη διαδικασία χαρακτηρισμού των μαρτύρων ως προστατευόμενων και δημοσίου συμφέροντος και αναφέρεται στην περίπτωση Μανιαδάκη, ο οποίος από ύποπτος έγινε προστατευόμενος μάρτυρας και στη συνέχεια κατηγορούμενος. Ο Ν. Μανιαδάκης έχει μηνύσει τους άλλους δύο προστατευόμενους μάρτυρες αποκαλύπτοντας τα πραγματικά τους ονόματα.

Αναδημοσίευση από το Βήμα της Κυριακής