Εάν κάτι εντυπωσιάζει στις μετεκλογικές εκτιμήσεις αρκετών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, ιδίως αυτές που δεν γίνονται εντός των περιοριστικών όρων της δημοσιότητας, είναι η έκπληξή τους για το μέγεθος της ήττας στις ευρωεκλογές.

Αναδεικνύεται, δηλαδή, το ερώτημα ότι ένα μέρος των στελεχών του κυβερνώντος κόμματος, όντως εκτιμούσε ότι οι εκλογές θα ήταν ένα «ντέρμπι» και ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε με μικρή διαφορά και δεν ήταν αυτό απλώς ένα τμήμα της υποχρεωτικής προεκλογικής ρητορικής.

Και παρότι διάφοροι έσπευσαν να μεταφέρουν την ευθύνη στον ανεπίσημο «δημοσκόπο» της κυβέρνησης, δηλαδή τον υπουργό Επικρατείας Χριστόφορο Βερναρδάκη και τις εκτιμήσεις που μετέφερε, στην πραγματικότητα η εκτίμηση ήταν περισσότερο διάχυτη.

Αυτό όμως οδηγεί στο εύλογο ερώτημα: δεν έβλεπαν τα σημάδια τόσο καιρό; Δεν αναφερόμαστε μόνο στις δημοσκοπήσεις, αλλά και στην ίδια την καθημερινή επαφή με τους ανθρώπους που είναι τμήμα της διαχείρισης του κυβερνητικού έργου. Τι είναι αυτό που κάνει ένα κόμμα που ασκεί κυβερνητική εξουσία να μην μπορεί να έχει μια πραγματική εκτίμηση των διαθέσεων του εκλογικού σώματος.

Γιατί όσο και στην πολιτική υπάρχει και το στοιχείο της έκπληξης, δεν υπάρχουν εκλογικές τάσεις που έστω και εν μέρει να μην έχουν καταγραφεί και πιο πριν.

Ένα κόμμα που δεν μπορούσε να «διαβάσει» την κοινωνία

Για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να πούμε ότι το να μπορεί ένας πολιτικός οργανισμός να έχει μια πλήρη εικόνα των τάσεων της κοινωνίας, απαιτεί πραγματική γείωση στην κοινωνία. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει έναν εκτεταμένο εκλογικό μηχανισμό που να έχει πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών στρωμάτων.

Στο παρελθόν τα κόμματα είχαν τέτοιο μηχανισμό. Είχαν πολλές δεκάδες χιλιάδες ενεργά μέλη, σε ορισμένες περιπτώσεις εκατοντάδες χιλιάδες, που μπορούσαν να μεταφέρουν διαθέσεις, αντιδράσεις και γνώμες. Αυτό επέτρεπε στις κομματικές ηγεσίες, ανεξαρτήτως ρητορικής, να έχουν πραγματική γνώση και αναλόγως να προσαρμόζουν τη δράση τους.

Επιπλέον, οι κλασικές μορφές οργάνωσης των «μαζικών κομμάτων», με τις κομματικές οργανώσεις σε τοπικό αλλά και κλαδικό επίπεδο, τις συνδικαλιστικές παρατάξεις σε σωματεία, ομοσπονδίες και επιμελητήρια και φυσικά τις αυτοδιοικητικές κινήσεις, επέτρεπαν τα αιτήματα των κοινωνικών ομάδων να φτάνουν στις κομματικές ηγεσίες και να μετατρέπονται σε πολιτικά προγράμματα.

Αυτές οι μορφές που έδιναν στα κόμματα ένα στοιχείο γνώσης σήμερα δεν υπάρχουν στον ίδιο βαθμό. Με τυπικούς οργανωτικούς όρους μόνο το ΚΚΕ κρατάει μια πλήρη δομή, ενώ η ΝΔ και ως ένα βαθμό το ΚΙΝΑΛΛ κυρίως στηρίζονται στους εκλογικούς μηχανισμούς και στην παρουσία στην αυτοδιοίκηση.

Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ούτως ή άλλως είχε μια άνιση παρουσία. Ο κομματικός του μηχανισμός ποτέ δεν αντιστοιχούσε σε ένα κόμμα εξουσίας, αλλά ακόμη και στη μέγιστη ανάπτυξή του, παραμονές των εκλογών του Ιανουαρίου 2015, ήταν αρκετά μικρότερος του ποσοστού του. Επιπλέον, ακολουθούσε τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ του 5% με την επικέντρωση σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες (όπως οι εργαζόμενοι στο δημόσιο ή οι εργαζόμενοι σε θέσεις υψηλού μορφωτικού προφίλ) αλλά και σε συγκεκριμένες περιοχές με αριστερή παράδοση.

Επιπλέον, ένα σημαντικό μέρος του κομματικού αυτού μηχανισμού αναγκαστικά πέρασε στο κράτος και ενεπλάκη με τη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας. Αυτό περιόριζε την πλήρη επαφή και επικοινωνία με τους πολίτες άρα και το «διάβασμα» της κοινωνίας για το κυβερνών κόμμα.

Μια κοινωνία πιο κατακερματισμένη

Σε όλα αυτά προστέθηκε και ένα χαρακτηριστικό ακόμη. Η ελληνική κοινωνία τις τελευταίες δεκαετίες έγινε πιο σύνθετη. Εμφανίζονταν, δηλαδή, κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα, που συχνά κινούνταν «υπόγεια», δηλαδή δεν καταγράφονταν στην παραδοσιακή δημοσιότητα, αλλά και παράλληλα. Ταυτόχρονα, γινόταν μια κοινωνία πιο πολυφωνική αλλά και πιο ρευστή ως προς τις πολιτικές ταυτότητες και αναγνωρίσεις.

Αυτό είχε να κάνει και με τις μεγάλες ανακατατάξεις που έφερε η περίοδος των μνημονίων, η οποία όχι μόνο άλλαξε τους υλικούς όρους ύπαρξης των ανθρώπων, ακυρώνοντας πολλές παραμέτρους (εργασιακές, εισοδηματικές, ασφαλιστικές) που τις θεωρούσαν δεδομένες αλλά και διέρρηξε παραδοσιακές πολιτικές αναγνωρίσεις. Αυτό εξηγεί τις μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις που συντελέστηκαν στην περίοδο 2012-2015.

Όμως, αυτό διαμόρφωνε και διάφορες παράλληλες δυναμικές και καταστάσεις. Αυτές δεν περιορίζονταν στην πόλωση ανάμεσα στο «Αντιμνημόνιο» και τους «Μένουμε Ευρώπη», γιατί θα ήταν παραπλανητικό να περιορίσουμε την κοινωνία σε αυτό το δίπολο, που κάθε πόλος του κρύβει ετερόκλητες καταστάσεις.

Μάλιστα, η υποχώρηση της διαίρεσης «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» δημιουργούσε παράλληλα ρεύματα που δεν μοιράζονταν ούτε κοινές αναφορές, ούτε καν κοινά πεδία σύγκρουσης, ακόμη και εάν φαίνονταν να ανήκουν στο ίδιο κοινωνικό και πολιτισμικό σύμπαν.

Η εμφάνιση ισχυρών ρευμάτων που συνδύαζαν την ακροδεξιά αισθητική με τον ανορθολογισμό ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ποιος θυμάται ότι κάποια στιγμή ο Αρτέμης Σώρρας είχε όντως ένα μαζικό ακροατήριο;

Αντίστοιχα, εμφανίζονταν και πιο κατακερματισμένες μορφές πρόσληψης της πραγματικότητας. Η απουσία συνολικών οραμάτων, μετά και την αποδοχή του «δεν υπάρχει εναλλακτική» από τη συντριπτική πλειοψηφία των κομμάτων, διαμόρφωνε κατακερματισμένες προσλήψεις της πραγματικότητας: αλλού μετρούσαν οι υλικοί όροι τα καθημερινότητας, αλλού μια οργή και αγανάκτηση που δεν είχε καταλαγιάσει, αλλού η συνολική πολιτική αίσθηση.

Επιπλέον, ούτως ή άλλως οι άνθρωποι αισθάνονταν, μετά και την παλινωδία του 2015 μικρότερη εμπιστοσύνη στη δυνατότητα της πολιτικής να βελτιώσει τη ζωή τους. Αυτό οδηγούσε είτε σε ψήφο τιμωρητική, είτε στην αποστασιοποίηση από τα πολιτικά, είτε στην αναζήτηση «ασφαλών αγκυροστάσιων».

Κυρίως, όμως, αυτή η κατάσταση σήμαινε ότι χωρίς προσεκτική ανάγνωση και συνυπολογισμό όλων των παραμέτρων και των δυναμικών, τα κομματικά επιτελεία μπορούσαν να εγκλωβιστούν σε μία επιμέρους πλευρά και να μην χάσουν την πραγματική εικόνα.

Ο γυάλινος πύργος του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το δύσκολο και αντιφατικό τοπίο κλείστηκε στο δικό του ιδιότυπο γυάλινο πύργο. Επικεντρώθηκε στην άσκηση της εξουσίας και την ιδιότυπη ακροβασία ανάμεσα στην εφαρμογή ενός σκληρού μνημονίου και ελάχιστα επιδοματικά μέτρα, χωρίς πάντα να αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις του.

Έκανε μάλιστα το λάθος να θεωρήσει ότι η υποχώρηση των κοινωνικών αντιδράσεων ήταν ένδειξη αποδοχής της πολιτικής του, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απόδειξη της κοινωνικής αποκαρδίωσης και αποσυσπείρωσης.

Σταδιακά αυτό πήρε και άλλες μορφές. Ο επικοινωνιακός μηχανισμός του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό το ιδιότυπο σύμπαν από «φίλια ΜΜΕ» και κομματικά τρολ, άρχισε να διαμορφώνει μια «επικοινωνιακή φούσκα» που δεν επέτρεπε να δουν πραγματικές τάσεις και αντιδράσεις.

Να το πούμε με μια εικόνα: στον ΣΥΡΙΖΑ κάποια στιγμή άρχισαν να πιστεύουν ότι τα χιλιάδες like στις αναρτήσεις του Παύλου Πολάκη ήταν ένδειξη ρεύματος, αγνοώντας ότι σε άλλες γωνιές των ίδιων μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορούσαν να μετρηθούν χιλιάδες αρνητικές αντιδράσεις.

Αυτό επιτεινόταν και από ότι ο ίδιος ο κομματικός μηχανισμός γινόταν κατά βάση ένας μηχανισμός εξουσίας και ήταν ακόμη πιο περιορισμένος. Η επιλογή μορφών επικοινωνίας ιδιαίτερα «αποστειρωμένων» περιόριζε ακόμη περισσότερο την επαφή με τις μη εμφανείς και «υπόγειες» εκφάνσεις της δυσαρέσκειας.

Ταυτόχρονα πλήρωνε και τα όρια της ίδιας της κοινωνικής του σύνθεσης. Για παράδειγμα: ο ΣΥΡΙΖΑ όντως προσπάθησε να πάρει μέτρα για τα πιο φτωχά στρώματα της κοινωνίας και διατήρησε πολιτική παρουσία σε λαϊκές περιοχές. Ωστόσο, η πραγματική του γείωση σε αυτά τα «πληβειακά» στρώματα παρέμεινε περιορισμένη και άρα δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε τον τρόπο που σκέπτονταν ούτε τον τρόπο που συμπεριφέρονταν πολιτικά.

Το ίδιο και με τη νεολαία: ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούσε δεδομένο ότι έχει αυξημένη απήχηση στη νεολαία με βάση τα αποτελέσματα των προηγούμενων εκλογών και το άνοιγμα που είχε κάνει σε προηγούμενες φάσεις της διαδρομής του. Σήμερα, όμως, η οργανωτική του παρουσία στη νεολαία είναι σχεδόν ανύπαρκτη (βλ. και τα απογοητευτικά του αποτελέσματα στις φοιτητικές εκλογές) και γνώση του για το τι σκέπτεται όντως η νεολαία, στις διαφορετικές της κατηγορίες εξαιρετικά περιορισμένη (κάτι που συμβαίνει και με άλλα κόμματα, για να είμαστε δίκαιοι).

Ο ΣΥΡΙΖΑ πίστεψε τη ρητορική του

Το χειρότερο ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από ένα σημείο άρχισε να πιστεύει τη ρητορική του. Και αυτό είναι από τα σοβαρότερα λάθη που μπορεί να κάνεις ένας πολιτικός οργανισμός. Γιατί αυτό δεν του επιτρέπει να μπορεί να βγάλει έγκαιρα συμπεράσματα και να αλλάξει πορεία. Τον εγκλωβίζει ουσιαστικά σε μια αποτυχημένη γραμμή.

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι αυτό έγινε και λανθασμένη βάση υπολογισμού ακόμη και των δημοσκοπικών τάσεων, καθώς πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι οι δημοσκοπήσεις των «φίλιων ΜΜΕ» που έδειχναν μικρότερη διαφορά δεν ήταν απλώς επικοινωνιακά τεχνάσματα αλλά και εκτιμήσεις που όντως υπήρχαν στο κυβερνών κόμμα.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ υποτίμησε το βάθος ενός ρήγματος που άνοιξε ήδη από τις αρχές του 2016 και δεν έκλεισε ποτέ έκτοτε, αλλά και υπερεκτίμησε την απήχηση των «παροχών» του.

Ή, για να το πούμε διαφορετικά, όντως η προεκλογική εκστρατεία έφερε κάποια αποτελέσματα, αλλά η αφετηρία ήταν πολύ δυσμενέστερη από αυτή που είχαν εκτιμήσει στα κομματικά γραφεία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο