Υπάρχει διατυπωμένη εκείθεν κακείθεν η άποψη περί της ευρωπαϊκής και εξ αυτού «εξημερωμένης», ειρηνικά προσανατολισμένης, δημοκρατικής Τουρκίας. Πρόκειται συναφώς περί ενός προ πολλού καλλιεργούμενου μύθου, που ηθελημένως ή μη προβάλλει μια πολιτική πραγματικότητα που συνθέτει ένα ιστορικοκοινωνικό γίγνεσθαι του τουρκικού πολιτικού συστήματος στην σχέση του ως προσδοκώμενης κοινωνικοπολιτικής εξέλιξης σε αναφορά προς τον χώρο ως κρατικής οντότητας προς το ευρωπαϊκό πλαίσιο πολιτισμού.

Όταν προσεγγίζουμε ένα ιστορικοπολιτικό χώρο ανάλογο του τουρκικού μεγέθους, είμαστε υποχρεωμένοι να εστιάζουμε στην δομή του πολιτικού συστήματος και προπάντων στους μηχανισμούς εξουσίας και παραγωγής πολιτικής. Μια απλή παρατήρηση κατά ταύτα του κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου του τουρκικού μετακεμαλικού κρατικού οικοδομήματος που σχεδόν απολύτως κυριαρχείται από την ραγδαίως εδραιούμενη ερντογανική δομή εξουσίας, δεν επιτρέπει την διατύπωση αισιόδοξων προβλέψεων ως προς την ικανότητα της χώρας να μετεξελιχθεί -επαναστατικών ανατρεπτικών εξελίξεων μη υπολειπομένων- σε δημοκρατικό κράτος δικαίου, που να είναι σε θέση να νομιμοποιεί διεθνοπολιτικά την τουρκική κατά ταύτα ενταξιακή πορεία.

Επομένως, η διατύπωση ενός σεναρίου ελληνικής στήριξης μιας κατά ταύτα ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, ακόμα και εν είδει ευχολογίου, οφείλει για του λόγου το αληθές να συνοδεύεται και από την συμπληρωματική ουσιαστικού περιεχομένου διατύπωση πολιτικής σε μια εν τοις πράγμασι δεδομένη προϋπόθεση προσανατολισμένη στην αναγκαιότητα μιας a priori οικοδόμησης ενός τουρκικού κράτους δικαίου, τουτέστιν πολιτικού συστήματος που να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες και να κατοχυρώνει την δημοκρατική αρχή.

Η τουρκική ηγετική τάξη τελεί εν πλήρη επιγνώσει των αδυναμιών που υφίστανται και των κινδύνων που εμφιλοχωρούν σε μια απόπειρα ενδεχόμενης μετεξέλιξης του τουρκικού πολιτικού συστήματος από την σημερινή αυταρχική του δομή σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Αυτό που επεχειρήθει στην δεκαετία του 1960 και που κατά Franz Ronnenberger έφερε το προσωνύμιο της κοινοβουλευτικής όασης, συνιστούσε εν τέλει μια ανεξέλεγκτη ανταγωνιστική διαδρομή πολιτικών δυνάμεων από την άκρα αριστερά ως την άκρα δεξιά σε μια σύγκρουση όλων εναντίων όλων που οδήγησε ενόψει κλιμακούμενου χάους στην επέμβαση των στρατιωτικών το 1971 και την άνοδο στην εξουσία του γνωστού για τις κυπριακές εξελίξεις, Μπουλέντ Ετζεβίτ. Παρά ταύτα, σε μια εναλλαγή ενός αλά τούρκα δημοκρατικού ιντερμέτζιο και μιας νέας δικτατορίας, έλαβε χώρα και το καθοριστικότερο όλων πραξικόπημα του 1980 υπό τον Κενάν Εβρέν, δια του οποίου ανετράπη όλη η τουρκική καθεστηκυία τάξη.

Μια αναλόγων εξελίξεων εφαρμοσμένη πολιτική φέρνει στην σκέψη μας την ρήση του τελευταίου σοβιετικού ηγέτη, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, που προφητικά ανέφερε «αν προχωρήσουμε σε τέτοιας μορφής αλλαγές, με μαθηματική ακρίβεια θα διαλύσουμε την χώρα μας», εννοώντας σαφώς τις διαλυτικές επιπτώσεις που θα είχε κατά ταύτα για το κράτος μια δημοκρατική μετεξέλιξη. Το σοβιετικό ιμπέριουμ, τη συμπράξει και του ιδίου εν τέλει πράγματι διελύθη. Το τουρκικό παράδειγμα, δυσχερώς θα λέγαμε, μπορεί να ακολουθήσει το σοβιετικό προηγούμενο, στο βαθμό που οι Νεότουρκοι φρόντισαν να εξαλείψουν μειονότητες και εθνότητες που υπήρξαν στην πολυεθνική δομή του τουρκικού χώρου, συνεχίζοντας σήμερα να διώκουν και να καταπιέζουν την εναπομείνασα στο τουρκικό πολιτικό σύστημα κουρδική εθνότητα.

Επομένως βρισκόμαστε ενώπιον μιας τουρκικής πραγματικότητάς, της οποίας η ηγεσία τελεί εν πλήρη επίγνωση των κινδύνων που απειλούν το καθεστώς και την ακεραιότητα της χώρας, σε περίπτωση που υιοθετηθεί η δομή των αρχών και αξιών που διέπουν τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό, ενώ το μόνο που αξιώνει από τους Ευρωπαίους είναι χρηματοδότηση του καθεστώτος, χωρίς πλέον να ενδιαφέρεται για ένταξη στην ΕΕ.

Η κατά τα ανωτέρω προβλεψιμότητα ως προς τις εξελίξεις που παραπέμπουν στο μέλλον του τουρκικού χώρου, επιβάλουν στην Ελλάδα να κινηθεί με σχέδιο και στοχοθεσία που να εδράζεται στην ρεαλιστική θεώρηση της πολιτικής και που συνιστά την μεγιστοποίηση των πιέσεων προς την Άγκυρα, έτσι ώστε να υποχρεωθεί το τουρκικό καθεστώς να οδηγηθεί σε τέτοιου είδους δομικές μεταβολές, που να επιβάλλουν στην Τουρκία, όχι απλά κυβερνητική αλλαγή, αλλά καθεστωτική σε ανατρεπτική πορεία μετεξέλιξη.

Εν κατακλείδι, δεδομένης και της πρόσφατης δοκιμασίας που διέρχονται οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε, λαμβανομένων υπόψη των συσχετισμών δυνάμεως και της ισορροπίας ισχύος σε μια περιοχή που επικυριαρχείται από το 1950 και εντεύθεν από τον αμερικανικό παράγοντα, όπως είναι η νοτιοανατολική Μεσόγειος, πως κάθε αποδυνάμωση των σχέσεων Τουρκίας  –  νατοϊκής συμμαχίας και Ουάσιγκτον, λειτουργεί προσθετικά προς την ελλαδική και κυπριακή στρατηγική παρουσίας και υπεράσπισης χώρου και ρόλου στην περιοχή. Ανέκαθεν οι ΗΠΑ επιζητούσαν μια εν τοις πράγμασι διεθνοπολιτική δυνατότητα ενεργού παρουσίας στην περιοχή, όχι μόνο εξαιτίας της γεωστρατηγικής υπεραξίας Αιγαίου και νοτιοανατολικής Μεσογείου, αλλά και λόγω ανάγκης εποπτείας του κρίσιμου μεσανατολικού χώρου. Ενδεχόμενη κατά ταύτα αποδυνάμωση του τουρκικού παράγοντα μεταφέρει νομοτελειακά τις πολιτικές έμπρακτης υποστήριξης, ακριβώς λόγω των δεδομένων συμφερόντων στον χώρο, προς Ελλάδα και Κύπρο.

O Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης είναι Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο