Νομίζω πως την έχουμε αφήσει πίσω μας. Αυτήν τη μόδα που μας θέλει να είμαστε κάπως τα Χριστούγεννα, λίγο μελαγχολικοί και περισσότερο μπλαζέ και no more gingle bells και αν δεν ήμασταν εδώ, θα ήμασταν κάπου αλλού πολύ καλύτερα. Ως μόδα θα ξανάρθει κάποτε.

Αν και όταν θα ξαναπλουτύνουμε και θα μπορούμε να σνομπάρουμε τα Χριστούγεννα. Προς το παρόν τα χρειαζόμαστε. Οπως τα χρειάζονταν απεγνωσμένα οι στρατιώτες του Α» Παγκοσμίου Πολέμου. Διότι τι είναι, στην ουσία, τα Χριστούγεννα; Ενα άλλοθι υπέρβασης. Των πάντων, αλλά, κυρίως, του κακού μας εαυτού. Το λέει και ο Ντίκενς με το παραμύθι του Εμπενίζερ Σκρουτζ.

Ισως στενοχωρήσω λίγο τους βαθιά θρησκευόμενους, αυτούς που τιμούν ακόμη – και πολύ καλά κάνουν – τη θρησκευτική διάσταση των Χριστουγέννων, αλλά θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για το πιο επιτυχημένο μάρκετινγκ όλων των εποχών. Μια χριστιανική γιορτή που έγινε η μεγαλύτερη παγκόσμια αναφορά. Διότι κάλυψε μια μεγάλη ανάγκη των ανθρώπων. Ενα διάλειμμα μέσα σε έναν ολόκληρο χρόνο. Οχι διάλειμμα ξεκούρασης όπως είναι οι διακοπές, αλλά διάλειμμα από τις συνθήκες της πραγματικότητας. Σαν να είναι η πενταήμερη της ανθρωπότητας.

Μας λένε εσχάτως ότι το πολιτικώς ορθό είναι να μη λέμε «καλά Χριστούγεννα» αλλά «καλές γιορτές» για να μη θίγονται οι αλλόθρησκοι και άλλα τέτοια.

Που σημαίνει ότι και οι αλλόθρησκοι τα Χριστούγεννα περιμένουν για να γιορτάσουν. Αφήστε με λοιπόν με τις θεωρίες. Χριστούγεννα θα τα λέμε και φάτνες θα στολίζουμε ακόμη κι αν ο Χριστός είναι μαυρούλης, οι μάγοι έρχονται με ρόλερ ή ο Ιωσήφ και η Παναγία βγάζουν σέλφι.

Και μικροδωράκια θα ανταλλάσσουμε, και μια επίφαση γαστρονομικής πολυτέλειας θα έχουμε στο τραπέζι μας, και θα ρεβεγιονάρουμε, και θα βγαίνουμε, και θα φιλιόμαστε, και θα μιλήσουμε με αυτούς που έχουμε τσακωθεί. Και από 7 Ιανουαρίου εδώ θα είμαστε να ξαναβγάλουμε τα «μαχαίρια». (Αφήστε που ήδη αρχίσαμε να μετράμε αντίστροφα για το καλοκαίρι). Καλά Χριστούγεννα.

Γράψτε το σχόλιο σας