Διαθέτει το σπάνιο προνόμιο να είναι η μόνη πολιτικός η οποία αυτή τη στιγμή σε παγκόσμια κλίμακα έχει περισσότερες θετικές γνώμες παρά αρνητικές. Για την ακρίβεια, έρευνα του ινστιτούτου Pew Research έδειξε ότι συγκεντρώνει παγκοσμίως θετικές γνώμες 52%.

Άλλωστε, νωπή είναι η ανάμνηση της συνάντησής της με τον Μπαράκ Ομπάμα, κατά την οποία ο τελευταίος περίπου της είχε μεταβιβάσει την ευθύνη υπεράσπισης των δυτικών αξιών, στο βαθμό που το ρόλο αυτό δεν θα μπορούσε με κανέναν τρόπο να επιτελέσει ο Ντόναλντ Τραμπ.

Μόνο που τώρα όλα δείχνουν ότι το φθινόπωρο του 2018 συμπίπτει με το πολιτικό φθινόπωρο της Άνγκελα Μέρκελ. Η δήλωσή αρχικά ότι δεν θα διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος στο επερχόμενο συνέδριο του και στη συνέχεια ότι δεν θα διεκδικήσει επανεκλογή στη θέση της καγκελαρίου το 2021 ούτε σε κάποιο άλλο πολιτικό αξίωμα, σηματοδοτεί τη δύση μιας πολιτικής καριέρας που άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην πολιτική ζωή όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και της Ευρώπης.

 

Μια πολιτικός που ταυτίστηκε με την πορεία της Γερμανίας

Γέννημα-θρέμμα της Ανατολικής Γερμανίας και των τρόπων αναπαραγωγής της επιστημονικής της ελίτ, πριν πάρει το δρόμο της πολιτικής δράσης στην CDU, η Μέρκελ κυριάρχησε στο κόμμα της το 2000 αν και θα χρειαστεί να περιμένει μέχρι το 2005 για να μπορέσει να διεκδικήσει και να πετύχει την καγκελαρία.

Έκτοτε θα παραμείνει σε αυτή τη θέση μέχρι σήμερα. Μπορεί να μην πέτυχε ποτέ τη δημοφιλία άλλων πολιτικών στη Γερμανία, όμως ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος με τη γερμανική πολιτική τα τελευταία χρόνια.

Στην πραγματικότητα η Μέρκελ πάτησε πάνω στις μεταρρυθμίσεις που είχαν προλάβει να περάσουν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και ιδίως αυτές του Γκέρχαρντ Σρέντερ. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, που στην πραγματικότητα διαμόρφωναν μια πόλωση ανάμεσα σε παραδοσιακές καλοπληρωμένες θέσεις εργασίες και έναν γαλαξία από ελαστικές και κακοπληρωμένες θέσεις, είχαν δώσει στις γερμανικές επιχειρήσεις μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους στην κρίσιμη περίοδο πριν την οικονομική κρίση.

Την ίδια στιγμή η γερμανική οικονομία μπορούσε να απολαμβάνει την πλεονεκτική της θέση μέσα στην ευρωζώνη. Το ευρώ της έδινε ένα σταθερό συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της ευρωζώνης, τα γερμανικά ομόλογα θεωρούνταν εξαιρετικά ασφαλή, και την ίδια στιγμή διατηρούσε ισχυρή εξαγωγική δυναμική σε κρίσιμους κλάδους. Ως αποτέλεσμα, η Γερμανία είχε συγκριτικά τις μικρότερες επιπτώσεις από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-2008.

Την ίδια στιγμή η Μέρκελ χρειάστηκε να διαχειριστεί την αντικειμενικά ηγετική θέση της Γερμανίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως από τη στιγμή που η απουσία ιδίως στη Γαλλία πολιτικών αλλά και προγραμμάτων που να μπορούν να εμπνεύσουν μια άλλη πορεία για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα σήμαινε ότι η Ευρώπη γινόταν ολοένα και πιο «γερμανική».

Η Μέρκελ δεν ήταν ποτέ πολιτικός των μεγάλων οραμάτων ή των μεγάλων τομών. Δεν συνδέθηκε τόσο με κάποια μεγάλη μεταρρύθμιση, όσο με τη διαχείριση του υπάρχοντος. Αυτό αφορούσε και το εσωτερικό όπου κινήθηκε πάνω στην πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων, ιδίως από τη στιγμή που τόσο το 2005-2009 όσο και μετά το 2013 είχαμε κυβερνήσεις «μεγάλου συνασπισμού» με τους σοσιαλδημοκράτες, αλλά και το εξωτερικό.

 

Η επιδίωξη ισορροπιών και τα όριά τους

Το χαρακτηριστικό της γνώρισμα ήταν οι ισορροπίες. Ισορροπίες στο εσωτερικό, ισορροπίες στην Ευρώπη, όπου προσπάθησε να εξασφαλίσει ότι η όποια ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν θα οδηγούσε σε κάποιου τύπου «μεταβιβαστική ένωση» που θα διακύβευε «τα χρήματα του γερμανού φορολογούμενου», ισορροπίες στην διεθνή σκακιέρα, προσπαθώντας να συνδυάσει την φιλοαμερικανική της τοποθέτηση με την ανάγκη συντήρησης των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία, αν και τελικά ήταν τα τελευταία χρόνια που η Ευρώπη εντάχθηκε πιο βαθιά στις διαιρέσεις του «Νέου Ψυχρού Πολέμου».

Με αυτή την πολιτική των ισορροπιών που δεν αμφισβητούσε τις βασικές κοινωνικές κατακτήσεις, η Μέρκελ έφερε την CDU πιο κοντά προς το κέντρο, έστω και εάν αυτό σε ορισμένα σημεία δυσαρεστούσε τα πιο συντηρητικά τμήματα του κόμματός της.

Για ένα μεγάλο διάστημα, η πολιτική αυτή την έκανε τον απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού στη Γερμανία και το ρυθμιστή στην Ευρώπη. Ωστόσο, την ίδια τα πράγματα άλλαζαν. Ο κόσμος γινόταν όλο και πιο ανταγωνιστικός, νέες αντιθέσεις αναδύονταν και νέα πολιτικά ρεύματα έβγαιναν στο προσκήνιο. Πάνω από όλα μέσα στις ίδιες τις δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες πλήθαιναν τα σημάδια μιας αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Ειδικά στην Ευρώπη μια σειρά από εξελίξεις, από την ελληνική κρίση μέχρι την τρέχουσα ιταλική κρίση, έδειξαν τα όρια και της θεσμικής και νομισματικής αρχιτεκτονικής, αλλά και των διαρκών διαπραγματεύσεων και ισορροπιών. Δεν  ήταν λίγοι εκείνοι που κατηγόρησαν τη Γερμανία –και κατ’ επέκταση τη Μέρκελ– ότι διεκδικούσε να έχει τον ντε φάκτο κυρίαρχο ρόλο στην Ευρώπη, αλλά χωρίς τη διάθεση να αναλάβει το κόστος της ηγεμονικής της θέσης.

 

Η πολιτική κρίση βαθαίνει

Στην ίδια τη Γερμανία, δεν αρκούσε πια απλώς η διαπίστωση ότι η Γερμανία είχε βγει αλώβητη από την κρίση. Η κοινωνία χρειαζόταν και ένα όραμα, μια θετική προοπτική, που όμως δεν μπορούσε εύκολα να δοθεί.

Την ίδια στιγμή αμφισβητούνταν οι ισσορροπίες σε ζητήματα που υποτίθεται ότι ανήκαν μέσα σε ένα δεδομένο πλαίσιο αξιών. το 2015 η Μέρκελ επέλεξε στο προσφυγικό να ακολουθήσει μια πολιτική «υπεράσπισης των αξιών της Δύσης» και επέμεινε στη δυνατότητα να υπάρξει μαζική εισδοχή προσφύγων, ακολουθώντας και τις προτροπές όσων υποστήριζαν ότι έτσι θα λυνόταν και το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας. Ωστόσο, θα είναι πολλές οι φωνές και εντός του κόμματός της που θα ασκήσουν έντονη κριτική σε αυτή την επιλογή, χρεώνοντάς στην ίδια τη Μέρκελ.

Όμως, στην πραγματικότητα το πρόβλημα δεν ήταν η Μέρκελ. Η Γερμανία αποκτούσε και αυτή τα χαρακτηριστικά της έρπουσας πολιτικής κρίσης που συναντάμε σε άλλες χώρες: απουσία πειστικών οραμάτων, εκτεταμένη δυσαρέσκεια σε διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, πολύ μεγάλη αποξένωση της κοινωνίας από τους κομματικούς μηχανισμούς, αυξημένη απήχηση ακροδεξιών τοποθετήσεων και ενός ιδιαίτερα αντιφατικού «νέου λαϊκισμού».

Οι εκλογές του 2017 ήταν από αυτή την άποψη χαρακτηριστικές. Η Μέρκελ μπορεί να άντεξε στην αντιπαράθεση με τον Σουλτς, που αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσε να εκπροσωπήσει την εναλλακτική λύση, όμως την ίδια στιγμή η ακυβερνησία που έφεραν τα αποτελέσματα, η κατάρρευση της προσπάθειας για μια κυβέρνηση συνεργασίας με τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους και τελικά η «αναγκαστική» επιστροφής σε μια κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού» που κανένα κόμμα δεν ήθελε πραγματικά, έδειξαν το βάθος της πολιτικής κρίσης.

Το ένα μετά το άλλο, τα αποτελέσματα από τις εκλογές των κρατιδίων, με πιο πρόσφατο αυτό της Έσσης, αποδεικνύουν πόσο ενεργή παραμένει η πολιτική κρίση. Κερδισμένοι από τη μια η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία που παίρνει ένα μέρος της δυσαρέσκειας αλλά και η Πράσινοι που τους τελευταίους μήνες έχουν αυξημένη απήχηση  ως μια «κεντρώα» δύναμη.

Μάλιστα, το γεγονός ότι κερδισμένη δεν είναι μόνο η ακροδεξιά αλλά και οι Πράσινοι δείχνει ότι ήταν λανθασμένες οι εκτιμήσεις που θεωρούσαν ότι στον πυρήνα της δυσαρέσκειας απέναντι στα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού αλλά και απέναντι στην ίδια τη Μέρκελ, δεν είναι μόνο, ούτε και κυρίως, το προσφυγικό, αλλά πολύ περισσότερο μια διάθεση αλλαγής απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο διαχειρίζεται εδώ και αρκετές δεκαετίες την τύχη της χώρας.

Η κατάσταση αυτή έχει και την προβολή της στην Ευρώπη. Με αφορμή το προσφυγικό, αλλά και ζητήματα, είχαμε το προηγούμενο διάστημα επιλογές αμφισβήτησης του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Από την στάση της Πολωνίας και της Ρουμανία σε ζητήματα θεσμών, μέχρι τη στάση της Ουγγαρίας και άλλων χωρών στο προσφυγικό, αλλά με έναν τρόπο και τη μερική ιταλική ανυπακοή ως προς τα δημοσιονομικά, πληθαίνουν τα σημάδια ότι και στην Ευρώπη οι προηγούμενες ισορροπίες αμφισβητούνται ποικιλοτρόπως.

 

Η απουσία οράματος για την επόμενη μέρα στη Γερμανία και την Ευρώπη

Γι’ αυτό το λόγο και παρότι η Μέρκελ είναι αυτή που παίρνει την επιλογή να κάνει ένα βήμα πίσω με την απόφαση να μην διεκδικήσει ξανά την ηγεσία του κόμματος, εντούτοις την ίδια στιγμή είναι ασαφές εάν θα υπάρξει μια ανάλογη ηγετική φυσιογνωμία να τη διαδεχθεί.

Πάνω από όλα δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι η όποια διάδοχη κατάσταση θα μπορέσει να επεξεργαστεί μια συνεκτική στρατηγική που να αφορά όχι μόνο την προοπτική της γερμανικής κοινωνίας αλλά και τη θέση της μέσα στην ενωμένη Ευρώπη. Οι τακτικές αλλαγές στάσης στο προσφυγικό ή οι ρητορικές μετατοπίσεις πιο κοντά στην ακροδεξιά, δεν απαντούν στον πυρήνα της κρίσης πέραν του να ενισχύουν τη ρητορική της τελευταίας.

Την ίδια στιγμή, η επιμονή στους «αυτόματους πιλότους» της δημοσιονομικής σταθερότητας δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι εγγυάται την απάντηση σε μια νέα επιδείνωση του διεθνούς οικονομικού κλίματος.

Η ανάδειξη πολιτικών ή ρευμάτων που κυρίως προσπαθούν να επενδύσουν στη δυσαρέσκεια ή το αίσθημα απώλειας της «κυριαρχίας» μέσα από λαϊκιστική και έντονα ακροδεξιά ρητορική, απλώς έρχεται να υπογραμμίσει το δομικό πρόβλημα που διαπερνά σήμερα την πολιτική ζωή των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών και την αποτυχία τόσο των κεντροδεξιών όσο και των κεντροαριστερών κομμάτων να προσφέρουν συγκροτημένα πολιτικά αφηγήματα.

Με αυτή την έννοια, το πολιτικό φθινόπωρο της Μέρκελ, συμπίπτει με ένα ανάλογο, αργό και επίμονο ευρωπαϊκό φθινόπωρο, μια κρίση νομιμοποίησης και στρατηγικής του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, στην οποία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, οι ευρωπαϊκές ελίτ έχουν αποτύχει να δώσουν μια πειστική απάντηση.

Διαβάστε επίσης: Μέρκελ: Αυτή είναι η τελευταία μου θητεία