Από τυπική σκοπιά η αποστολή του «Πορθητή» και αυτή του Barbaros διαφέρουν. Ο «Πορθητής» θα κινηθεί σε μια περιοχή νότια της Αττάλειας, σε ένα σημείο που ούτως ή άλλως ουδέποτε αμφισβητήθηκε ότι αποτελεί τμήμα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας και γι’ αυτό η ελληνική πλευρά δεν έθεσε κάποιο ζήτημα για τις τουρκικές έρευνες.

Αντίθετα, η υπόθεση με το Barbaros αφορά ακριβώς των αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, όπως και ανάμεσα στην Τουρκία και την Κυπριακή Δημοκρατία για το ζήτημα του προσδιορισμού της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας, μια διαμάχη που ήδη συμπληρώνει 45 χρόνια.

Όμως, και τα δύο περιστατικά φέρνουν στο προσκήνιο ένα από πιο ακανθώδη θέματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα

Η υφαλοκρηπίδα αφορά τον βυθό και το υπέδαφος της θάλασσας ενώ η ΑΟΖ το βυθό, το υπέδαφος και τα υπερκείμενα ύδατα. Η υφαλοκρηπίδα αφορά αποκλειστικά στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του βυθού και του υπεδάφους, η ΑΟΖ αφορά και την εκμετάλλευση αλλά και την προστασία και τον περιβαλλοντικό έλεγχο και την έρευνα και των υδάτων. Τα δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα υπάρχουν «εξ υπαρχής» και «αυτοδικαίως» και δεν εξαρτώνται από τη ρητή διακήρυξή τους, ενώ τα δικαιώματα, οι δικαιοδοσίες (και οι ευθύνες) για την ΑΟΖ απαιτούν τη ρητή κήρυξη της ΑΟΖ από το κράτος.

Ως προς την οριοθέτηση μετά την υιοθέτηση της Διεθνούς Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, ο κανόνας είναι τα 200 ν.μ. από την ακτή ή η «μέση γραμμή» εάν η απόσταση ανάμεσα στη δύο κράτη είναι μικρότερη. Η συγκεκριμένη σύμβαση ρητά αναγνωρίζει στα νησιά το δικαίωμα να έχουμε δική τους ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα (όχι όμως και στις βραχονησίδες, στις οποίες αναγνωρίζει μόνο αιγιαλίτιδα ζώνη).

Όμως, η Τουρκία από το 1973 υποστηρίζει ότι ο προσδιορισμός της υφαλοκρηπίδας (και αργότερα, όταν εισήχθη και αυτή η έννοια, της ΑΟΖ) δεν μπορεί να στηριχθεί στην αντίληψη ότι τα νησιά έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, αλλά πρέπει να ακολουθηθεί η μέση απόσταση ανάμεσα στις ηπειρωτικές περιοχές των δύο χωρών, θεωρώντας ότι τα νησιά του Αιγαίου δεν έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα αλλά εντάσσονται στην υφαλοκρηπίδα των ηπειρωτικών περιοχών.

Το γεγονός ότι η αμφισβήτηση αυτή ξεκινά το 1973 δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι λίγο πριν είχαν διαπιστωθεί κοιτάσματα υδρογονανθράκων στο Αιγαίο (π.χ. το κοίτασμα του Πρίνου) και η περίοδος της μεγάλης ανάπτυξης των υπεράκτιων γεωτρήσεων.

 

Η σημασία του Καστελόριζου

Το Καστελόριζο είναι αυτό που επιτρέπει, λόγω της γεωγραφικής του θέσης τη δυνατότητα η ελληνική πλευρά να υποστηρίξει ότι με βάση την αρχή των 200 ν.μ. μπορεί να έχει υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ σε εκείνη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και να συναντά την ΑΟΖ της Αιγύπτου και την Κυπριακή ΑΟΖ. Οι ελληνικές φρεγάτες που παρακολουθούν τη δραστηριότητα του Barbaros βρίσκονται εκεί με επίκληση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, και πιο συγκεκριμένα της υφαλοκρηπίδας του Καστελόριζου.

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η Ελλάδα δεν έχει προχωρήσει σε κήρυξη ΑΟΖ, όμως υποστηρίζει ότι έχει «εξ υπαρχής» και «αυτοδικαίως» το δικαίωμα στην υφαλοκρηπίδα. Αντίστοιχα, ούτε η Τουρκία έχει προχωρήσει σε ανακήρυξη ΑΟΖ εντός των συγκεκριμένων περιοχών, όμως προσδιορίζει την υφαλοκρηπίδα με βάση τη δική της ερμηνεία του διεθνούς δικαίου. Η Ελλάδα στο παρελθόν έχει δεχθεί ότι το θέμα της υφαλοκρηπίδας μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νομικής διευθέτησης με κοινή προσφυγή των δύο χωρών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, κάτι που μέχρι τώρα δεν έχει γίνει.

Σε όσες περιπτώσεις η Τουρκία δοκίμασε να κάνει σχετικές έρευνες σε περιοχές του Αιγαίου, που η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι ανήκουν στην ελληνική πλευρά η απάντηση της Ελλάδας ήταν η μέγιστη κινητοποίηση, με τις δύο χώρες να φτάνουν το 1976 και το 1987 στα πρόθυρα πολεμικής σύρραξης.

Η σύγκρουση για την Κυπριακή ΑΟΖ

Σε σχέση με την Κύπρο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προχωρήσει από το 2004 στην ανακήρυξη της ΑΟΖ της και τα τελευταία χρόνια έχει δώσει δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης σε συγκεκριμένες ξένες εταιρείες. Η Τουρκία αμφισβητεί την Κυπριακή ΑΟΖ σε δύο επίπεδα. Από τη μια υποστηρίζει και εδώ ότι ένα νησί όπως η Κύπρος δεν μπορεί να έχει αυτοτελώς ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα και γι’ αυτό διεκδικεί τμήματα της Κυπριακής ΑΟΖ. Από την άλλη, υποστηρίζει ότι η κίνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι σε βάρος των ιδιαίτερων δικαιωμάτων της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» και άρα και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι προφανές ότι εδώ η αμφισβήτηση σχετίζεται με το καθεστώς που έχει διαμορφωθεί μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν το 2004 και κατά συνέπεια τη διαρκή προσπάθεια της Τουρκίας έκτοτε να υπονομεύσει το δικαίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας να ασκεί πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα.

Η σύγκρουση για τους ενεργειακούς πόρους

Τα θέματα αυτά απέκτησαν ξανά επικαιρότητα για μια σειρά από λόγους. Καταρχάς η εκτίμηση ότι υπάρχουν εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου, διαμορφώνει ξεχωριστό οικονομικό ενδιαφέρον. Το φυσικό αέριο έχει ολοένα και αυξανόμενη ζήτηση και επειδή έχει μειωμένους ρύπους σε σχέση με το πετρέλαιο ή τον γαιάνθρακα και με δεδομένες τις γεωπολιτικές αντιθέσεις σε σχέσεις με άλλες χώρες που παράγουν φυσικό αέριο, όπως τη Ρωσία, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ξεχωριστή σημασία. Ήδη το Ισραήλ και η Αίγυπτος έχουν προχωρήσει σε σχετικές κινήσεις.

Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προχωρήσει στην παραχώρηση αδειών έρευνας και μελλοντικά εκμετάλλευσης σε μια σειρά από ξένες εταιρείες, όπως η Ιταλική ENI, η γαλλική TOTAL ή η κοινοπραξία EXONNMobil., ελπίζοντας ότι η συμμετοχή εταιριών από χώρες με σημαντική γεωπολιτική παρουσία όπως η Γαλλία ή οι ίδιες οι ΗΠΑ θα θωρακίσει και πολιτικά τις συγκεκριμένες εκμεταλλεύσεις.

Η Ελλάδα μέχρι τώρα έχει επικεντρώσει τις έρευνες για υδρογονάνθρακες σε περιοχές μακριά από το Αιγαίο, όπως είναι ο Ιόνιο ή οι περιοχές νότια της Κρήτης. Γι’ αυτό και δεν έχει υπάρξει κάποια κίνηση μέχρι τώρα ανακήρυξης ΑΟΖ σε ό,τι αφορά το Αιγαίο, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί παρά να αποτελέσει αντικείμενο και μιας συνολικής πολιτικής διευθέτησης.

 

Η τουρκική καχυποψία

Όλα αυτά διαπλέκονται με ζητήματα που αφορούν συνολικότερες γεωπολιτικές δυναμικές και συσχετισμούς. Η τουρκική πλευρά κινείται μέσα στο αντιφατικό πεδίο που την έχουν φέρει οι επιλογές της. Η μερική ρήξη με τις ΗΠΑ, με αφετηρία τη Συριακή κρίση αλλά το ερώτημα τη ευθύνης για το πραξικόπημα του 2016, παρά τις κατά καιρούς επαναπροσεγγίσεις, σε συνδυασμό με άλλες παράλληλες διεργασίες όπως η παράλληλη επιδείνωση των σχέσεων με το Ισραήλ, κάνει την Τουρκία της εποχής Ερντογάν πιο καχύποπτη απέναντι σε ενδεχόμενα σχέδια σχετικής απομόνωσής της στην ευρύτερη περιοχή.

Από το διαρκή φόβο ότι κάποιοι θα ήθελαν ένα «θερμό επεισόδιο» με την Ελλάδα κατόπιν «προβοκάτσιας» για φέρουν την Τουρκία σε δυσμενέστερη θέση, έως την ανησυχία ότι η Τουρκία θα αποκοπεί από τις οικονομικές ευκαιρίες που προσφέρει το υπέδαφος του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, τα παραδείγματα αυτής της καχυποψίας είναι αρκετά.  Όλα αυτά επικαθορίζονται και από ένα κλίμα αυξημένου εθνικισμού στο εσωτερικό της Τουρκίας που οδηγεί και σε μια διαρκή ανάγκη να μη φαίνεται «ενδοτική» η τουρκική κυβέρνηση.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει και την ιδιαίτερη τακτική το τελευταίο διάστημα. Εκκίνηση γεωτρήσεων με τον Πορθητή σε περιοχή που είναι πέραν αμφισβήτησης, επιλεκτική παρενόχληση των ερευνών στην κυπριακή ΑΟΖ με έμφαση στα οικόπεδα που θεωρεί ότι ανήκουν στη δυνάμει τουρκική ΑΟΖ ή στην αρμοδιότητα του ψευδοκράτους της ΤΔΒΚ, αμφισβήτηση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στο πιο οριακό της τμήμα με το Barbaros, υπενθύμιση του casus belli σε οποιαδήποτε κίνηση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο. Είναι μια τακτική που κυρίως προσπαθεί διαρκώς να υπενθυμίζει ότι δεν μπορεί ούτε στο Αιγαίο ούτε στην Ανατολική Μεσόγειο να υπάρξει άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρίς τη δική της συναίνεση.

Τα όρια των ελληνικών συμμαχιών

Η ελληνική απάντηση σε αυτό το ζήτημα είναι αρκετά αντιφατική με διάφορες πρωτοβουλίες που δεν είναι βέβαιο ότι εντάσσονται σε ένα συνολικό σχέδιο.

Καταρχάς έχουμε όλη την προσπάθεια ανάπτυξης της διπλωματίας των «τριμερών», κίνηση στην οποία επένδυσε ιδιαίτερα και ο Νίκος Κοτζιάς, που ορίζει ένα πλέγμα αναβαθμισμένων σχέσεων της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ (με το οποίο ούτως ή άλλως έχουμε αναβαθμισμένη αμυντική συνεργασία τα τελευταία χρόνια) και την Αίγυπτο. Το πλέγμα αυτό που σχετίζεται εν μέρει και με το ζήτημα μιας μελλοντικής χάραξης και της ελληνικής ΑΟΖ, σε μεγάλο βαθμό παρουσιάστηκε ως ανάχωμα έναντι της Τουρκίας και σε συνδυασμό με την παρουσία ξένων πολυεθνικών στις έρευνες στην Κυπριακή ΑΟΖ και ως ιδιότυπη ασπίδα προστασίας για την Κύπρο. Σημειώνουμε πάντως ότι και η Τουρκία επέλεξε τη συνεργασία με αμερικανές εταιρείες για τις δικές της γεωτρήσεις.

Ωστόσο, υπάρχει και ο αντίλογος ότι μια λογική απομόνωσης της Τουρκίας σήμερα μπορεί να έχει αποτελέσματα μεγαλύτερης απομόνωσης χωρίς να είναι σαφές εάν και κατά πόσο και οι σύμμαχοι στην περιοχή θα λειτουργήσουν όντως αποτρεπτικά σε μια τουρκική επιθετική κίνηση. Αντίστοιχα, με δεδομένη την έντονα φιλοαμερικανική στροφή της ελληνικής κυβέρνησης υπάρχει το ερώτημα εάν οι ΗΠΑ θα λειτουργήσουν ως μοχλός πίεσης στην Τουρκία ή εάν, όπως φάνηκε στην περίπτωση των δηλώσεων για τα 12 ν.μ., επιλέξουν μια τακτική ίσων αποστάσεων και γενικών εκκλήσεων σε διάλογο.

Ο κίνδυνος «θερμού επεισοδίου»

Έπειτα έχουμε κινήσεις όπως η αποστολή πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού στην περιοχή που κάνει έρευνες το Barbaros. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι αν και η Ελλάδα μπορεί να στηρίζεται στο «γράμμα» του διεθνούς δικαίου ως προς το Καστελόριζο, εντούτοις δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι σε οποιαδήποτε μελλοντική συνολική διευθέτηση του ζητήματος είτε ως αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης είτε μέσω προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο, οι συγκεκριμένες περιοχές είναι πολύ δύσκολο να παραμείνουν στα όρια της ελληνικής κυριαρχίας.

Επιπλέον, η αποστολή πολεμικών πλοίων προϋποθέτει όχι απλώς μια αποσαφήνιση των κανόνων εμπλοκής, αλλά και ένα σαφή πολιτικό σχεδιασμό για το ποια θα είναι σε κάθε βήμα η απάντηση, γιατί διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος «θερμού επεισοδίου», δηλαδή πολεμικής σύρραξης με απρόβλεπτες συνέπειες.

Σε τελική ανάλυση δεν είναι τυχαίο ότι παρότι εδώ και αρκετά χρόνια επανέρχεται διαρκώς το ζήτημα της κήρυξης ΑΟΖ και δεν είναι λίγες οι φωνές στη δημόσια σφαίρα που υποστηρίζουν, συμπεριλαμβανομένου κατά καιρούς του ηγέτη των ΑΝΕΛΛ, που έχουν παρουσιάσει την ανακήρυξη ελληνικής ΑΟΖ ως μια πανάκεια που θα κατοχύρωνε την ελληνική κυριαρχία και θα έφερνε πλούτο, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων ετών έχουν αποφύγει να προχωρήσουν σε τέτοια κίνηση, σταθμίζοντας προφανώς ότι οι κίνδυνοι από την αναπόφευκτη σύγκρουση με την Τουρκία που αυτό θα έφερνε θα ήταν μεγαλύτερη από τα όποια οφέλη.

Γιατί μπορεί μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να διευκόλυνε ίσως όσες δυνάμεις ή κέντρα διεθνώς θα ήθελαν να ασκήσουν στην Τουρκία μια παραπάνω πίεση για συμμόρφωση, όμως για την ελληνική πλευρά απλώς θα σήμαινε στη συνέχεια διαπραγμάτευση με δυσμενέστερους όρους, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι μιλάμε για περιοχές όπου τα κυριαρχικά δικαιώματα στα μάτια της διεθνούς κοινότητας είναι έως και διαμφισβητούμενα.

Με αυτή την έννοια αν μη τι άλλο προκαλεί ερωτήματα το πώς αποφασίστηκε να σταλούν πλοία του Πολεμικού Ναυτικού στην συγκεκριμένη περιοχή, με τον κίνδυνο εμπλοκής διαρκή και με πληροφορίες που μιλούν ακόμη και για παρεμβάσεις του αμερικανού πρέσβη Τζέφρι Πάιατ για να αποτραπεί τέτοιο επεισόδιο, μια που είναι γνωστό ότι σε τέτοιες περιπτώσεις ο κίνδυνος κλιμάκωσης είναι πολύ μεγάλος. Είναι κυβερνητική απόφαση ή πρωτοβουλία του ΥΠΕΘΑ Πάνου Καμμένου μια τέτοια κίνηση και ποια μέτρα έχουν ληφθεί για την αποφυγή κλιμάκωσης σε επικίνδυνο βαθμό;

Έπειτα, έχουμε πρωτοβουλίες όπως την ανακίνηση του θέματος 12 ν.μ. με αφορμή την εξαγγελία Κοτζιά για την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναρωτήθηκαν κατά πόσο η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, που προκάλεσε όλες τις δηλώσεις από τη μεριά της Τουρκίας, βοηθάει ή υπονομεύει μια μελλοντική συνολική διευθέτηση του ζητήματος, από τη στιγμή με την επιλεκτική εφαρμογή ενός κατοχυρωμένου δικαιώματος ουσιαστικά είναι ως εάν η ελληνική πλευρά να παραδέχεται ότι ισχύουν δύο διαφορετικά καθεστώτα, ένα για το Ιόνιο και ένα για το Αιγαίο, όπως ακριβώς είναι και η τουρκική θέση.

Η ανάγκη αποφασιστικότητας και η πρόκληση του διαλόγου

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κρύβουν και δυσκολίες και υπαρκτούς κινδύνους. Ταυτόχρονα, έχουν αποτελέσει για αρκετές δεκαετίες και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου το πεδίο για εύκολες εθνικιστικές ρητορείες και μαξιμαλισμούς που υποτιμούν τις τραγικές επιπτώσεις που θα είχε οποιαδήποτε πολεμική σύρραξη ανάμεσα σε δύο χώρες που στην πραγματικότητα μοιράζονται πολλά και χρειάζεται να βαδίσουν από κοινού. Αυτό θα απαιτούσε από την ελληνική πλευρά ένα συνδυασμό ανάμεσα στην αποφασιστικότητα ως προς την υπεράσπιση των πραγματικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και τον θαρρετό διάλογο με την Τουρκία, χωρίς την παρεμβολή «συμμάχων» που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι επιθυμούν τη διευθέτηση και όχι τη «διαχείριση της αποσταθεροποίησης». Όμως, σε μια πολιτική σκηνή όπου κυριαρχεί η επικοινωνία και όχι η ουσία, αυτό είναι πολύ δύσκολο να προκύψει.