Ανεβαίνω οδηγώντας τη Μεσογείων και, καθώς κολλάω στην ουρά ενός φαναριού, στρίβω το κεφάλι αριστερά και αιφνιδιάζομαι από την εικόνα του κτιρίου της Μίνως (ή, ορθότερα, της MINOS/EMI): Ένας τεράστιος πίνακας-πανό καλύπτει όλη του την πρόσοψη και ανεμίζει απαλά στο ανεμικό αεράκι του ζεστού απομεσήμερου· ένας πίνακας-αντίγραφο του εξώφυλλου του νέου άλμπουμ των Radiohead. Δεν […]
Ανεβαίνω οδηγώντας τη Μεσογείων και, καθώς κολλάω στην ουρά ενός φαναριού, στρίβω το κεφάλι αριστερά και αιφνιδιάζομαι από την εικόνα του κτιρίου της Μίνως (ή, ορθότερα, της MINOS/EMI): Ένας τεράστιος πίνακας-πανό καλύπτει όλη του την πρόσοψη και ανεμίζει απαλά στο ανεμικό αεράκι του ζεστού απομεσήμερου· ένας πίνακας-αντίγραφο του εξώφυλλου του νέου άλμπουμ των Radiohead. Δεν ξέρω αν πρόκειται για κεντρική στρατηγική προώθησης που εφαρμόζει η μαμά εταιρεία σε όλα της τα παραρτήματα ή για ντόπιο «εύρημα» μάρκετινγκ, το γεγονός πάντως είναι ότι και τόπο πιάνει (προκαλεί, αιχμαλωτίζει το βλέμμα, δημιουργεί συζητήσεις) και ως επιλογή είναι απολύτως σύμφωνη με το προφίλ που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια το γκρουπ από την Οξφόρδη: διαχείριση της «υπόθεσης» Radiohead ως ένα είδος «εναλλακτικού brand name» δεκτικού στην ταύτιση, το συμβολισμό, την αφαιρετική δήλωση αλλά επιμελώς αποστασιοποιημένου από τη φυσική εικόνα των πέντε μελών του συγκροτήματος. Αν πιστεύετε ότι είναι πολύπλοκα όλα αυτά, δεν είστε οι μόνοι. Ίσως και οι ίδιοι οι Radiohead να συμφωνούν μαζί σας. Ωστόσο, οι Thom Yorke (φωνητικά, κιθάρα), Ed O’Brien (κιθάρα), Jonny Greenwood (κιθάρα), Colin Greenwood (μπάσο) και Phil Selway (ντραμς) έχουν ένα παραπάνω, ειδικότερο, πρόβλημα: Δεν αρκεί για αυτούς -όπως ισχύει για όλους εμάς τους υπόλοιπους- να ψάχνουν τις απαντήσεις ή να κουβεντιάζουν το κατά πόσο αυτές είναι σωστές – πρέπει να διατυπώνουν και τις ερωτήσεις. Κάποιες από αυτές, όπως έχουν ήδη κατατεθεί στη δισκογραφία τους, είναι: «Ζει η βασίλισσα pop;» («The Bends», 1995), «Αν ναι, με τι μουσικά χρώματα θα ζωγραφίσουμε το νέο της πρόσωπο;» (OK Computer» 1997), «Στην ψηφιακή εποχή ωραίο είναι καθετί το πιθανό;» («Kid A«, 2000), «Είμαστε αρκετά μάγκες για να κάνουμε ένα άλμπουμ και εμπορικό και εγκεφαλικό;» («Amnesiac«, 2001). Το ντεμαράζ πειραματισμού των δύο τελευταίων άλμπουμ άφησε τους Radiohead πολύ πιο έμπειρους αλλά και πιο κουρασμένους. Από τη μια το φλερτ με τα laptop τούς επέτρεψε να κερδίσουν χρόνο και από την άλλη «εκπαίδευσε» το κοινό, με αποτέλεσμα το μέχρι πρότινος ακραίο να ακούγεται σήμερα αποδεκτό. Η διάθεση του «Hail To The Thief» (στο επίπεδο της διάθεσης δεν παίζονται όλα;) είναι λιγότερο αιρετική, αν και για πρώτη φορά τόσο έντονα πολιτικά και κοινωνικά στρατευμένη (το άλμπουμ βρίθει καταγγελιών για τους χειρισμούς της βρετανικής και της αμερικανικής κυβέρνησης στην υπόθεση του Ιράκ). Ο πεσιμιστικός τόνος όμως είναι λιγότερο έντονος από παλιά, η μελαγχολία σχεδόν απούσα και, καθώς οι τραχιές electronica και free-jazz αποκλίσεις χαλιναγωγούνται, σε πρώτο πλάνο εμφανίζονται ξανά «συμβατικές» δομές τραγουδιών, ηλεκτρικές κιθάρες, μαγευτικές μελωδίες ή ακόμη και επικά jazz-rock λοξοκοιτάγματα. Οι απαντήσεις αρκετές, λοιπόν, και καλοδουλεμένες. Αλλά οι ερωτήσεις θαμπές, ελλειπτικές, μυστηριώδεις. Δεν είναι όμως και αυτό ένα σπουδαίο ταλέντο; Το ότι δηλαδή εδώ και τουλάχιστον τρία άλμπουμ οι Radiohead εκείνο που κυρίως λένε και ξαναλένε είναι ότι καμιά άκρη δεν μπορούν να βγάλουν με τη μουσική του 21ου αιώνα, και παρ ‘όλα αυτά όλοι οι ακροατές τους κοιτάζουν εκστατικοί και με λατρεία;
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.