Η φέτα κατοχυρώνεται ως προϊόν που παράγεται αποκλειστικά στην Ελλάδα
Κατοχυρώνεται η φέτα ως προϊόν αποκλειστικά παραγόμενο στην Ελλάδα, σύμφωνα με πρόταση της Κομισιόν προς το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ. Η ανακοίνωση της Επιτροπής προβλέπει την καταχώρηση της φέτας στα τυριά «προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης».
Κατοχυρώνεται η φέτα ως προϊόν αποκλειστικά παραγόμενο στην Ελλάδα, σύμφωνα με πρόταση της Κομισιόν προς το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ. Η ανακοίνωση της Επιτροπής προβλέπει την καταχώρηση της φέτας στα τυριά «προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης».
Αναφέρεται επίσης ότι «το τυρί υπό την ονομασία Φέτα μπορεί να παράγεται μόνο σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας και με αυστηρή τήρηση των προδιαγραφών του προϊόντος». Παράλληλα, αναφέρεται ότι στους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών ή σε αυτούς που δεν τηρούν αυτές τις προδιαγραφές θα δοθεί προθεσμία 5 ετών για να αλλάξουν την ονομασία ή για να σταματήσουν την παραγωγή τυριού υπό την ονομασία Φέτα.
Παρουσιάζοντας τη νέα πρόταση Οδηγίας ο επίτροπος, αρμόδιος για θέματα γεωργίας, αγροτικής ανάπτυξης και αλιείας, Φραντς Φίσλερ τόνισε ότι «η προστασία των γεωγραφικών ονομασιών αποτελεί τη βάση για την προώθηση των ποιοτικών προϊόντων και για την αύξηση της διαφάνειας στην ΕΕ» και συμπλήρωσε ότι «η Φέτα δεν μπορεί να αποτελέσει εξαίρεση απ αυτόν τον κανόνα».
«Η διάθεση της φέτας στην αγορά όταν δεν παράγεται σύμφωνα με τις αυστηρές προδιαγραφές του προϊόντος παραπλανεί τους καταναλωτές» ανέφερε ακόμη ο κ.Φίσλερ, επισημαίνοντας ότι «αυτές οι προδιαγραφές απαιτούν το τυρί να παράγεται κατά το γνωστό παραδοσιακό τρόπο και εντός της σαφώς καθορισμένης αρχικής περιοχής παραγωγής».
Η σημερινή απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εισηγηθεί προς το Συμβούλιο νέα πρόταση κανονισμού για τη Φέτα αποτελεί ένα σημαντικό βήμα της Ελλάδας, η οποία εδώ και οκτώ χρόνια προσπαθεί να εντάξει τη φέτα στον κατάλογο των προϊόντων, των οποίων η ονομασία προστατευέται.
Υπενθυμίζεται ότι η ΕΕ θέσπισε νομοθεσία σχετικά με τις γεωγραφικές ενδείξεις και τις ονομασίες προέλευσης τον Ιούλιο του 1992 στην προσπάθειά της να εναρμονίσει την προστασία των ειδών διατροφής σε κοινοτικό επίπεδο και να προστατεύσει τα συμφέροντα των παραγωγών και των καταναλωτών. Σήμερα περίπου 600 γεωργικά προϊόντα και είδη διατροφής προστατεύονται βάσει αυτού του κανονισμού.