Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος της εργασίας; Η εργασία έχει άραγε αποκοπεί από τη συλλογική πραγματικότητα για να εισέλθει στον κόσμο της τεχνικής και των υπολογισμών; Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει, όπως σημειώνει ο Γάλλος κοινωνιολόγος Αλέν Τουρέν σε άρθρό του που δημοσιεύεται στη Figaro την Τετάρτη.
Βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος της εργασίας; Η εργασία έχει άραγε αποκοπεί από τη συλλογική πραγματικότητα για να εισέλθει στον κόσμο της τεχνικής και των υπολογισμών; Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει, όπως σημειώνει ο Γάλλος κοινωνιολόγος Αλέν Τουρέν σε άρθρό του που δημοσιεύεται στη Figaro την Τετάρτη.
Το τέλος της εργασίας δεν έχει έλθει ούτε για όσους έχουν δουλειά ούτε για όσους δεν έχουν, αν και είναι γεγονός ότι ο κόσμος της εργασίας έχει αλλάξει. Εχουμε πλέον την αίσθηση ότι ζούμε λιγότερο σε μία κοινωνία της παραγωγής από ό,τι σε μία κοινωνία της αγοράς. Η κοινωνία αυτή παρέχει όμως ακόμη εργασία; Στη Γαλλία, περίπου δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι, το 20% του πληθυσμού, ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Αν προστεθούν οι νέοι που κάνουν μικροδουλειές, οι αιώνιοι φοιτητές, οι άνθρωποι που σταματούν να δουλεύουν πριν από την ηλικία της συνταξιοδότησης και εκείνοι που δεν είναι εγγεγραμμένοι στο ταμείο ανεργίας, το ποσοστό των ανέργων φτάνει το 30% με 35%, δηλαδή ένας στους τρεις πολίτες.
Η πυραμίδα των μισθών, όπως τονίζει ο Τουρέν, έχει αντικατασταθεί από τρεις διακριτές κοινωνικές και οικονομικές κατηγορίες: τους μισθωτούς, τους ανέργους και εκείνους που αμείβονται με βάση τη σχέση τους με την αγορά και όχι την ειδίκευσή τους ή τις ευθύνες τους σε μία επιχείρηση. Διαμορφώνεται έτσι μία κίνηση αντίθετη με την technostructure (ομάδα τεχνολόγων ή ειδικών που ασκούν σημαντικό έλεγχο στις εργασίες μιας βιομηχανίας ή μιας κυβέρνησης), για την οποία μιλούσε τη δεκαετία του 60 ο Γκαλμπρέιθ: οι μάνατζερ πλέον δίνουν τη θέση τους στην εξουσία των μετόχων.
Η έμφαση δίνεται στη δημιουργία κέντρων παραγωγής που είναι υπεύθυνα στην αγορά για τα κέρδη και την πρόοδό της. Αυτή η ανακατάταξη των πόρων έχει προκαλέσει μία κρίση της απασχόλησης και θέτει εκ νέου υπό αίρεση τις σχέσεις ανάμεσα στην οργανωμένη ζήτηση της κοινωνίας και στην πολιτική εκπροσώπηση.
Ο Τόνι Μπλερ έριξε την ιδέα του τρίτου δρόμου, που τοποθετείται μεταξύ του φιλελευθερισμού και της παλαιάς σοσιαλδημοκρατίας. Ο καγκελάριος Σρέντερ μιλά για ένα νέο κέντρο, χωρίς να αναφέρεται σε κοινωνικές κατηγορίες. Ετσι όλοι προτιμούν, αντί να μιλούν για κοινωνικές τάξεις, να κάνουν διάκριση ανάμεσα στα προστατευμένα και στα ανοιχτά στρώματα, καθώς και ανάμεσα στους σύγχρονους και στους παραδοσιακούς τομείς. Ολα αυτά εξηγούν τη διαφαινόμενη υποχώρηση της έννοιας της εργασίας.
Σήμερα μιλάμε πλέον για Νέα Οικονομία, η οποία όμως δεν περιορίζεται στη βιομηχανία των νέων τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας (που στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιστοιχεί στο 8% της παραγωγικής δραστηριότητας, ενώ στη Γαλλία δεν φτάνει ούτε το μισό).
Η Νέα Οικονομία αφορά κυρίως στις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών στο σύνολο της οικονομίας και στην οργάνωση της παραγωγής. Σε αυτή την οικονομία οφείλεται πάνω από το 50% των νέων θέσεων που έχουν δημιουργηθεί στις ΗΠΑ. Οι επιπτώσεις της είναι όμως ακόμη θεαματικότερες στις μικρές χώρες. Η Ιρλανδία, για παράδειγμα, έχει προσανατολιστεί πολύ νωρίς σε αυτή την κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κατά κεφαλήν ακαθάριστο προϊόν, που ήταν άλλοτε μικρότερο από το ένα τρίτο εκείνου της Βρετανίας, σήμερα το έχει φτάσει.
Στις ημέρες μας, η εκπαίδευση αποτελεί το σπουδαιότερο παράγοντα ανάπτυξης, καταλήγει ο Αλέν Τουρέν. Η σχέση ανάμεσα στους νέους τρόπους παραγωγής και την εκπαίδευση προσλαμβάνει θεμελιώδη σημασία. Οι τεχνολογικές αλλαγές είναι τόσο μεγάλες και τόσο γρήγορες, ώστε πρέπει να αφιερώνουμε διαρκώς μεγαλύτερο μέρος της εργασίας μας στην ανανέωση των γνώσεών μας. Επιπλέον, μπορεί ο χρόνος εργασίας να μειώνεται, τουλάχιστον στη Γαλλία, οι δραστηριότητές μας όμως γίνονται περισσότερες. Η επαγρύπνηση είναι συνεχής, ενώ οι στιγμές χαλάρωσης στην εποχή μας απαγορεύονται.