Jimmy: «Δεν θέλω να είμαι ίδιος με όλους τους άλλους. Γι’ αυτό είμαι mod, κατάλαβες;» Η ταινία Quadrophenia, του σκηνοθέτη Franc Roddam, βασίστηκε στην ομώνυμη rock όπερα των Βρετανών The Who, που είχε κυκλοφορήσει σε διπλό LP το 1979. Πρόκειται για τη δεύτερη προσπάθεια του γκρουπ με στόχο το πάντρεμα των ηλεκτρικών εντάσεων του rock […]
Jimmy: «Δεν θέλω να είμαι ίδιος με όλους τους άλλους. Γι’ αυτό είμαι mod, κατάλαβες;» Η ταινία Quadrophenia, του σκηνοθέτη Franc Roddam, βασίστηκε στην ομώνυμη rock όπερα των Βρετανών The Who, που είχε κυκλοφορήσει σε διπλό LP το 1979. Πρόκειται για τη δεύτερη προσπάθεια του γκρουπ με στόχο το πάντρεμα των ηλεκτρικών εντάσεων του rock με την έντεχνη φινέτσα της όπερας, μετά την καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του Tommy (1975). Κατά γενική ομολογία, είναι ένα από τα καλύτερα φιλμ που γυρίστηκαν ποτέ βασισμένα σε ένα rock άλμπουμ, μαζί με το Tommy, το The Wall των Pink Floyd και το Jesus Christ Superstar. Στην ηχητική επένδυση, πέρα από τους Who, συμμετέχουν και άλλα γνωστά ονόματα της εποχής, όπως οι James Brown, Marvin Gaye, Manfred Man, The Chiffons κ.ά. Η ιστορία του Quadrophenia σκιαγραφεί την κρίσιμη και ανεπανάληπτη εκείνη περίοδο της νεαρής ηλικίας κατά την οποία η ταυτότητα κάποιου είναι άρρηκτα δεμένη με (ή ακόμη και ορίζεται από) τη μουσική που ακούει, τα ρούχα που φορά και τις παρέες στις οποίες ανήκει. Είναι μια ιστορία ενηλικίωσης και αντιπαλότητας ανάμεσα σε δύο νεανικές υποκουλτούρες ευρύτατα διαδεδομένες στη Βρετανία της δεκαετίας του ’60. Από τη μια, έχουμε τους mod: παιδιά της εργατικής τάξης που τους αρέσει να ντύνονται με στιλ, να κυκλοφορούν με βέσπες και να ακούν αμερικανική rhythm & blues και βρετανική pop/rock μουσική (στην κατηγορία αυτή τοποθετούνται και οι Who). Από την άλλη, βρίσκουμε τους rocker: σκληρούς τυπάδες με δερμάτινα και μπότες, που ακούν κλασικό αμερικανικό rock. Η σύγκρουση λαμβάνει χώρα στο Brighton, στα νότια παράλια της Αγγλίας, με υπόκρουση τα φωνητικά του Roger Daltrey, τα κιθαριστικά riff του Pete Townshend, το βροντώδες μπάσο του John Entwistle και τη ρυθμική ραχοκοκαλιά από τα ντραμς του Keith Moon, σε τραγούδια σπουδαία όσο το επικό «Love reign o’er me», το «Is it in my head?», το «5:15», το «The real me». Στο φιλμ αυτό πραγματοποιεί το κινηματογραφικό του ντεμπούτο και ο Sting, σε ρόλο κομψευόμενου mod που τα βράδια κάνει επίδειξη στα κλαμπ, αλλά τα πρωινά είναι υποχρεωμένος να εργάζεται ως γκρουμ σε ξενοδοχείο. Κεντρικός ήρωας είναι ο Jimmy (τον υποδύεται ο Phil Daniels), ένας νεαρός mod που δεν αποχωρίζεται ποτέ το σκούτερ του και βασανίζεται από έλλειμμα αυτοπεποίθησης και από την αποξένωση από τον κοινωνικό περίγυρο. Αντίθετα με τον Tommy, οι συγκρίσεις με τον οποίο είναι αναπόφευκτες, ο Jimmy δεν αποτελεί ούτε απλοποιημένη παραβολή ούτε πρόσφορο σύμβολο. Μονήρης από τη φύση του, μένει σε απόσταση τόσο από φίλους όσο και από εχθρούς, παρά το προφανές γεγονός ότι επιθυμεί με το παραπάνω την ασφάλεια της συμμετοχής σε μια ομάδα. Η προσωπικότητά του εμφανίζεται διασπασμένη όχι σε μία ούτε σε δύο, αλλά σε τέσσερις διαφορετικές ταυτότητες. Στη μια εμφανίζεται ισχυρός, αποφασιστικός, κύριος της μοίρας του. Στην άλλη είναι παράτολμος και παρασυρμένος υπερεθνικιστής. Στην τρίτη γίνεται ένας ονειροπόλος αισθηματίας με ήπια εσωτερική δύναμη. Στην τέταρτη, τέλος, αποκαλύπτεται δέσμιος μιας ανασφαλούς, αέναης αναζήτησης για σωτηρία και κάθαρση. Η αδυναμία του να ξεκαθαρίσει την κατάσταση με τους τέσσερις αυτούς εαυτούς του αγχώνει και απογοητεύει τον Jimmy, που τελικά δραπετεύει στο Brighton και αυτοκτονεί πέφτοντας από έναν γκρεμό στη θάλασσα μαζί με το σκούτερ του. Η διαπραγμάτευση θεμάτων όπως αυτά που προαναφέραμε δεν ήταν κάτι που έγινε από τους Who για πρώτη φορά στο Quadrophenia. Αντιθέτως, εκεί που οι Kinks, για παράδειγμα, ανέκαθεν εμφανίζονταν προσκολλημένοι στη σοβαροφάνεια και την εξασφάλιση της μεσοαστικής τάξης με μια αρχέτυπη σχέση έρωτα/μίσους, οι Who από τα πρώτα κιόλας βήματα της καριέρας τους έστρεψαν το καλλιτεχνικό τους βλέμμα στους συγχρόνους τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα δημιουργίες-«κλειδιά» για το πλάτεμα των οριζόντων της σύγχρονης ηλεκτρικής μουσικής, όπως είναι το «Satisfaction», το «Substitute» ή το «Anyway Anyhow Anywhere»: ορόσημα που ακόμη και σήμερα διατηρούν αμείωτη τη δύναμή τους και πολύ δύσκολα θα ξεπεραστούν. Σε ένα άλλο επίπεδο, και παρά τις έντονες και ποικίλες μεταπτώσεις του, το Quadrophenia είναι ένας παθιασμένος ύμνος στον εγγλέζικο τρόπο ζωής, στα σύμβολα, τους χαρακτήρες, τις αντιλήψεις, τις συμπεριφορές του βρετανικού κόσμου της δεκαετίας του ’60, όπως το American Graffitti υμνούσε ανάλογα την ιδέα και την πράξη ενός τρόπου ζωής αμερικανικού. Με βασικό αφηγηματικό άξονα τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία, και με υποστηρικτικό μοχλό της εξιστόρησης την ωραιοποίηση που προσδίδει στο χθες η απόσταση από τα γεγονότα, το Quadrophenia αναδεικνύεται σε κορωνίδα της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Pete Townshend και των Who, ενώ η κινηματογραφική υλοποίηση προσθέτει στο έργο την οπτική διάσταση, την οποία με λανθάνοντα τρόπο ενσωμάτωνε ήδη από τη σύλληψή του. Το DVD που παρακολουθήσαμε ήταν βρετανικής έκδοσης, σε περιοχή 2. Η μεταφορά του πρωτοτύπου σε ψηφιακή μορφή είναι αρκετά πιστή, με τετράγωνο πλαίσιο εικόνας και στερεοφωνικό ήχο, αλλά χωρίς ελληνικούς υπότιτλους.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.