Στη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας τους, οι Jefferson Airplane παρέμειναν ένα από τα πιο περιπετειώδη και δημιουργικά αμερικανικά rock σύνολα. Σχηματίστηκαν το 1965 στο Σαν Φρανσίσκο, το 1974 «μεταλλάχθηκαν» στους Jefferson Starship, ενώ από το 1985 και μετά τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα, αφού από τις στάχτες τους σχηματίστηκαν δύο σύνολα, οι Starship και οι […]
Στη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας τους, οι Jefferson Airplane παρέμειναν ένα από τα πιο περιπετειώδη και δημιουργικά αμερικανικά rock σύνολα. Σχηματίστηκαν το 1965 στο Σαν Φρανσίσκο, το 1974 «μεταλλάχθηκαν» στους Jefferson Starship, ενώ από το 1985 και μετά τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα, αφού από τις στάχτες τους σχηματίστηκαν δύο σύνολα, οι Starship και οι KBC. Οι Jefferson Airplane εμφανίζονταν πιστά προσκολλημένοι στη συλλογική ηθική που χαρακτήριζε τόσο το «καλοκαίρι της αγάπης» (1967) όσο και την επακόλουθη έκρηξη της ψυχεδέλειας, στην πραγματικότητα όμως ξεχώριζαν σε αρκετά σημεία από τους συνοδοιπόρους τους. Ας σκεφτούμε την ίδια τη σύνθεση του γκρουπ, με σολίστες που ξεχώριζαν άνετα από τον ανταγωνισμό της εποχής: τόσο ο Martin Balin όσο και η Grace Slick (προερχόμενη από τους αξιοσημείωτους Great Society) ήταν προικισμένοι τραγουδιστές, ο Jorma Kaukonen ήταν ένας θηριώδης κιθαρίστας και ο Jack Casady ένας από τους πλέον επιδέξιους Αμερικανούς μπασίστες. Επιπρόσθετα, όλοι τους συμμετείχαν στη σύνθεση των τραγουδιών και, όσο και αν τελικά επικράτησε ως κύριος συνθέτης ο δεύτερος κιθαρίστας Paul Kantner, ήταν η γόνιμη ανταλλαγή των διαφορετικών ιδεών και η ζύμωση αισθητικών προσανατολισμών που παρήγαγε εκείνο το όραμα, το πιο σκοτεινό αλλά και το πιο βαθύ από κάθε άλλο στο acid rock. Το σύνολο προχώρησε σε πρωτόγνωρες καινοτομίες, τόσο στα άλμπουμ του όσο και στις ζωντανές του εμφανίσεις. Με την κυκλοφορία του άλμπουμ Surrealistic Pillow (1967), που περιλάμβανε επιτυχίες σαν τα «Somebody To Love» και «White Rabbit», έγιναν η πιο επιτυχημένη εμπορικά μπάντα της σκηνής του Σαν Φρανσίσκο. Το 1969 έπαιξαν στα φεστιβάλ του Woodstock και του Altamond, και κυκλοφόρησαν την πιο μαχητική, πολιτικά, δουλειά τους, το «Volunteers». Η ίδια όμως η ύπαρξη τόσων πολλών χαρισματικών καλλιτεχνών στη σύνθεση των Jefferson Airplane λειτουργούσε υπονομευτικά για την ενότητα του γκρουπ, πράγμα που έχουμε δει πολλές φορές να επαναλαμβάνεται στην πολυκύμαντη ιστορία του rock’n’roll. Η πρώτη και καθοριστική, όπως θα δούμε, αποχώρηση ήταν αυτή του Martin Balin, του αρχικού εμπνευστή του σχηματισμού του γκρουπ. Ζώντας σε ένα ελάχιστα καθησυχαστικό περίγυρο, με τους συναγωνιστές Grateful Dead να έχουν διολισθήσει σε μυσταγωγίες νοσταλγικού ουτοπισμού και τους υπόλοιπους από τους πρωτοπόρους του acid rock να έχουν απλά εξαφανιστεί, κάποια μέλη των Airplane αποφάσισαν να συνεχίσουν υιοθετώντας το όνομα Jefferson Starship και διαλέγοντας εμπορική κατεύθυνση. Πρόκειται για τον Paul Kantner και την Grace Slick, των οποίων η πλήρης μεταμόρφωση σε ρόκερ με ξεκάθαρα εμπορικό προσανατολισμό καθυστέρησε κάπως, είχε πάντως ολοκληρωτικά συντελεστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Περιστασιακά εμφανίζονταν στη μουσική τους απόηχοι της παλιάς περιπετειώδους δράσης, αλλά σε γενικές γραμμές το υλικό τους ήταν λουστραρισμένο, χωρίς προσωπικότητα και υποτονικό, παρ’ ότι τεχνικά άρτιο. Το σπόρο για τη δημιουργία των Jefferson Starship θα τον αναζητήσουμε στην, αρχικά περιστασιακή, συνεργασία του Kantner με κάποια από τα μέλη των Airplane για την ηχογράφηση του προσωπικού του άλμπουμ με τίτλο Blows Against The Empire (1970), ένα θεματικό (concept) άλμπουμ, έντονα επηρεασμένο από την επιστημονική φαντασία. Το 1974 επισημοποιήθηκε η ίδρυση του νέου σχήματος, με πυρήνα τους Kantner και Slick. Οι αποδεδειγμένες ικανότητές τους στην τραγουδοποιία, σε συνδυασμό με το ερμηνευτικό χάρισμα της Slick, έκαναν το νέο γκρουπ να μοιάζει υποσχόμενο, όμως οι εξελίξεις αποδείχθηκαν μέτριες. Σημαντικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι, εξαντλημένο από τον ανταγωνισμό με τους βιρτουόζους που το πλαισίωναν στους Airplane, το ντουέτο επέλεξε συνεργάτες πιο μέτριους, όπως ο κιμπορντίστας Pete Sears (πρώην session κιθαρίστας του Rod Stewart), ο μπασίστας David Freiberg (πρώην μέλος των Quicksilver Messenger Service) και ο κιθαρίστας Craig Chaquico. Η αρχική συμμετοχή του βιολονίστα Papa John Creach έδωσε για λίγο καιρό έναν προοδευτικό τόνο, που χάθηκε μετά την αποχώρησή του. Τέλος, ακόμη και ο Marty Balin έκανε επίσης κάποιες σποραδικές εμφανίσεις, οι οποίες συνήθως εξασφάλιζαν και από μια νέα εμπορική επιτυχία. Διότι από πλευράς εμπορικής αποδοχςή δεν τα πήγαν καθόλου άσχημα οι Jefferson Starship. Σχεδόν κάθε άλμπουμ που κυκλοφόρησαν ανάμεσα στο Dragon Fly, του 1974, και το Nuclear Furniture, του 1984 (μετά το οποίο συνέχισαν με το όνομα Jefferson, παρακμάζοντας τάχιστα), περιλάμβανε τουλάχιστον μια μεγάλη επιτυχία: «Ride The Tiger», «Play On Love», «Miracles», «With Your Love», «Jane» και αρκετά άλλα. Λίγο πριν από την οριστικά κατιούσα πορεία τους, συλλαμβάνει τους Jefferson Starship το DVD που παρουσιάζουμε εδώ, φιλοξενώντας τη μαγνητοσκόπηση μιας συναυλίας που έδωσαν στο Βανκούβερ του Καναδά το 1983. Η σύνθεση είναι αυτή στη οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα, με τη διαφορά ότι τη θέση του Balin στα φωνητικά έχει πάρει ο Mickey Thomas (πρώην τραγουδιστής των Elvin Bishop Group), ενώ τόσο ο ήχος όσο και η σκηνική παρουσία ακολουθούν δοκιμασμένα στερεότυπα του υψηλής-ενέργειας-rock-για-στάδια, όχι και η πλέον ευτυχής δημιουργική και εκφραστική περίπτωση δηλαδή, γεγονός που ίσως θα κάνει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί για ποιο λόγο επιλέξαμε να προτείνουμε τη συγκεκριμένη κυκλοφορία αυτόν το μήνα. Ασφαλώς και υπάρχει μια απάντηση, ή μάλλον περισσότερες από μία. Το πρώτο πλεονέκτημα είναι η Grace Slick, με τη σαγηνευτική εμφάνιση, την καλά δομημένη σκηνική παρουσία και, κυρίως, με τη μοναδική και αμείωτα εκφραστική φωνή της, εκείνη ακριβώς που την είχε κάνει μια αδιαμφισβήτητη ντίβα της σκηνής του Σαν Φρανσίσκο με φήμη ισάξια αυτής της Janis Joplin. Εκεί όμως που η Joplin διακρινόταν για την ακατέργαστη blues ερμηνεία της και για μια αδέσμευτη προσωπικότητα παθιασμένη στο σύνορο (ή μάλλον πέρα από το σύνορο) της αυτοκαταστροφής, η Slick ήταν μια βασίλισσα ανεξιχνίαστης και σκοτεινής γοητείας, με φωνή στεντόρεια, σχεδόν οπερετικού κύρους. Το δεύτερο σημαντικό πλεονέκτημα θα το αναζητήσουμε στο ρεπερτόριο της μακρινής εκείνης βραδιάς, που καταγράφηκε και διασώθηκε τώρα και πάντα στα μηδενικά και τους άσους της ψηφιακής αυτής κυκλοφορίας. Στα δώδεκα τραγούδια, εκτός από τα πομπώδη χιτ της ύστερης καριέρας των Starship (που και αυτά από τη μεριά τους μας δίνουν ένα μέτρο σύγκρισης και λειτουργούν ως ντοκουμέντο μιας εποχής) περιλαμβάνονται και εκτελέσεις δύο τραγουδιών/ύμνων των ηρωικών πρώτων ημερών. Δεν είναι άλλα από το «Somebody To Love» και το «White Rabbit», με τις καθηλωτικές μελωδικές αναπτύξεις, τις εφευρετικές ενορχηστρώσεις και το ιστορικό ειδικό βάρος. Μέσα από τις αντιθέσεις και τις αντιδιαστολές του, το The Definitive Concert παρουσιάζει εύγλωττα την καλλιτεχνική οδύσσεια του γκρουπ εκείνου που το 1969 τραγουδούσε «Είμαστε οι δυνάμεις του χάους και της αναρχίας / Ότιδήποτε μας καταλογίζουν είναι αλήθεια / Κι είμαστε περήφανοι για τον εαυτό μας» και λίγα χρόνια αργότερα έκανε διαφημίσεις για τα παντελόνια Levi’s.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.