Μετεωρίτης που έπεσε στη Σαχάρα ίσως είναι κομμάτι ενός χαμένου πλανήτη
Ο υποθετικός πλανήτης πρέπει να σχηματίστηκε μόλις λίγα εκατομμύρια χρόνια μετά τη γέννηση του Ήλιου, Πιθανότατα καταστράφηκε σε κάποιο κοσμικό ατύχημα.
Ένας εξαιρετικά σπάνιος μετεωρίτης που βρέθηκε στην έρημο της Σαχάρας πρέπει να είναι θραύσμα ενός πλανήτη που σχηματίστηκε στο νεαρό Ηλιακό Σύστημα και είχε μέγεθος ανάμεσα στη Σελήνη και τον Άρη, εκτιμά νέα μελέτη
Ο μετεωρίτης NWA 12774, ο οποίος ανακαλύφθηκε το 2019 και έχει βάρος γύρω στο μισό κιλό, ανήκει στην κατηγορία των «ανγκριτών», σπάνιων μετεωριτών που περιέχουν κάποια από τα αρχαιότερα πυριγενή πετρώματα του Ηλιακού Συστήματος.
Τα πετρώματα αυτά εκτιμάται ότι σχηματίστηκαν μόλις λίγα εκατομμύρια χρόνια μετά τη γέννηση του Ήλιου πριν από 4,6 δισεκατομμύρια χρόνια.
Είναι σήμερα εξαιρετικά σπάνια, δεδομένου ότι, από τους 80.000 μετεωρίτες που έχουν βρεθεί στη Γη, μόνο 68 είναι ανγκρίτες.
Το ασυνήθιστο με τους μετεωρίτες αυτούς είναι ότι περιέχουν πολύ μικρές ποσότητες διοξειδίου του πυριτίου, το οποίο είναι ένα από πλέον άφθονα πετρώματα της Γης και των υπόλοιπων βραχωδών πλανητών.
Για τον λόγο αυτό, οι αστρονόμοι πίστευαν ότι οι ανγκρίτες είναι θραύσματα πολύ μικρότερων σωμάτων, αστεροειδών με ακτίνα μικρότερη των 200 χιλιομέτρων.
Τομή του μετεωρίτη NWA 12774. Το πράσινο αντικείμενο είναι κρύσταλλος ολιβίνη, ορυκτού που περιέχει μαγνήσιο (John Kashuba)
Όταν οι ερευνητές εξέτασαν τον NWA 12774, διαπίστωσαν ότι περιέχει κλινοπυρόξενο, ένα κρυσταλλικό ορυκτό που αφθονεί στον μανδύα και τον πυρήνα της Γης. Το κλινοπυρόξενο του μετεωρίτη είχε μάλιστα ασυνήθιστα υψηλή περιεκτικότητα σε αλουμίνιο, κάτι που σημαίνει ότι οι κρύσταλλοι σχηματίστηκαν σε συνθήκες ακραίας πίεσης.
Τα μοντέλα που χρησιμοποίησε η ερευνητική ομάδα υποδεικνύουν ότι το κλινοπυρόξενο πρέπει να σχηματίστηκε σε πίεση τουλάχιστον 17,5 kilobar, σχεδόν 18 φορές μεγαλύτερη από την πίεση στην Τάφρο των Μαριανών, το βαθύτερο σημείο της Γης.
Τόσο μεγάλες πιέσεις θα ήταν αδύνατο να ασκηθούν στο εσωτερικό ενός μικρού μετεωρίτη. Οι αρχικοί υπολογισμοί έδειξαν ότι το σώμα από το οποίο προήλθε ο NWA 12774 πρέπει να είχε διάμετρο τουλάχιστον 1.000 χιλιομέτρων.
Πιθανότατα όμως ήταν πολύ μεγαλύτερο. Οι κρύσταλλοι του μετεωρίτη είναι αιχμηροί και διατηρούν χημικά ίχνη που σύμφωνα με τους ερευνητές θα είχαν εξαφανιστεί αν οι κρύσταλλοι είχαν σχηματιστεί σε μεγάλο βάθος. Το συμπέρασμα είναι ότι σχηματίστηκαν σε σχετικά μικρό βάθος στο εσωτερικό ενός ακόμα μεγαλύτερου σώματος.
Σε αυτό το σενάριο, το αντικείμενο από το οποίο προήλθε ο μετεωρίτης πρέπει να είχε ακτίνα άνω των 1.800 χιλιομέτρων, ήταν δηλαδή λίγο μεγαλύτερο από τη Σελήνη και δεν αποκλείεται να πλησίαζε σε μέγεθος τον πλανήτη Άρη, ο οποίος έχει ακτίνα 3.300 χιλιομέτρων.
Τομή του μετεωτίτη NWA 12774 σε απεικόνιση ακτίνων Χ (Credit: Aaron Bell/CU Boulder)
«Είναι απίστευτο να σκέφτεται κανείς ότι υπήρχε κάποτε ένας τόσο μεγάλος κόσμος» δήλωσε ο Άαρον Μπελ του Πανεπιστημίου του Κολοράντο στο Μπόλντερ, επικεφαλής της μελέτης. «Γνωρίζουμε ότι υπήρξε μόνο επειδή λίγα θραύσματά του έτυχε να καταλήξουν στη Γη», είπε.
Παραμένει άγνωστο τι οδήγησε στην καταστροφή του νεογέννητου πλανήτη. Το πιθανότερο είναι ότι διαλύθηκε σε κάποια σύγκρουση με άλλα νεογέννητα σώματα του Ηλιακού Συστήματος πριν από δισεκατομμύρια χρόνια. Τα θραύσματά του ίσως ενσωματώθηκαν αργότερα σε βραχώδεις πλανήτες όπως η Γη και ο Άρης, είπαν οι ερευνητές.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο χαμένος κόσμος, εφόσον όντως υπήρξε, είχε διαφορετική σύσταση από τους υπόλοιπους βραχώδεις πλανήτες.
«Τα υλικά από τα οποία σχηματίστηκε το μητρικό σώμα των ανγκριτών είναι θεμελιωδώς διαφορετικά από τα δομικά συστατικά της Γης και του Άρη» δήλωσε ο Μπελ.
Περισσότερες πληροφορίες μπορεί να προκύψουν μόνο από τη μελέτη άλλων ανγκτριτών.
«Πολλοί μετεωρίτες παραμένουν στις συλλογές μουσείων και εργαστηρίων χωρίς να έχουν εξεταστεί σε βάθος» είπε ο Μπελ.
«Είναι λοιπόν πιθανό να υπήρξαν και άλλοι παρόμοιοι πρωτοπλανήτες, των οποίων την ύπαρξη δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει».