Τι ορίζει τη σχέση του έλληνα ποιητή με την ιστορική του παράδοση; Τη συνεχίζει σήμερα με κάποιον τρόπο;
Φυσικά τη συνεχίζει, εφόσον γράφει ελληνικά. Μια γλώσσα, δηλαδή, που καλλιεργεί την ποίηση επί σχεδόν τριάντα αιώνες. Ο Όμηρος έζησε τον όγδοο ή τον ένατο αιώνα προ Χριστού, κι εμείς έχουμε τη δυνατότητα να επικοινωνούμε απευθείας με κείμενα αρχετυπικά, να δουλεύουμε με υλικά ανθεκτικά, που έχουν δοκιμαστεί σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Θεματικά δεν έχω ασχοληθεί με την «ιστορική μας παράδοση», τα κλέη και τα ανδραγαθήματά της, δεν έχω γράψει ιστορικά ποιήματα. Με ενδιαφέρουν όμως πολύ τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, ποιητικά και φιλοσοφικά, ως κατορθώματα στοχασμού και διατύπωσης. Περιέχουν ευρήματα και τρόπους, που ακόμα και σήμερα αδυνατούμε να υπερβούμε. Είναι λόγος ακριβείας και ταυτόχρονα ελευθερίας, ανοιχτός από παντού. Αυστηρός και παιγνιώδης μαζί. Θυμάμαι έναν στίχο από το περίφημο Ποίημα του Παρμενίδη, που αναφέρεται στον διαχρονικά κοινότερο τόπο της λογοτεχνίας, μια εικόνα ξεσκισμένη απ’ τον ρομαντισμό και τον συμβολισμό: το φεγγάρι. Ακούστε τον στίχο: «Νυκτιφαές περί γαίαν αλώμενον αλλότριον φως» (σ.σ. «φως ξενικό που λαμποκοπάει τη νύχτα και πλανιέται γύρω απ’ τη Γη»). Με τις διακριτικές παρηχήσεις τού φι και του λάμδα, με μιαν αγέρωχη ταπεινότητα στην έκφραση. Δεν είναι καταπληκτικός ως σύλληψη, αλλά κυρίως ως διατύπωση;
Και ως οικονομία λόγου. Δεν περισσεύει τίποτα. Αλήθεια, πιστεύεις στην οικονομία των λέξεων;
Διαφορετικά δεν θα έγραφα ποιήματα. Η υπέρμετρη χρήση του λόγου είναι βιασμός της ψυχής και διασυρμός της. Όπως το πληθωριστικό χρήμα οδηγεί σε κραχ, έτσι φοβάμαι ότι η υπερπαραγωγή και υπερκατανάλωση του λόγου οδηγεί στον ευτελισμό του. Ίσως θα ήταν καλύτερα για ένα διάστημα να επιβληθεί αγρανάπαυση και ο παγκόσμιος πολιτισμός να τρέφεται από τα έτοιμα, ώσπου να τα χωνέψει. Άλλωστε, είναι ήδη πάρα πολλά.
Και ποιος οφείλει να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου;
Κρούονται τόσοι κώδωνες από παντού, ηχούν τόσοι συναγερμοί και σειρήνες, ώστε ουδείς πλέον δίνει ιδιαίτερη σημασία. Ο μόνος τρόπος για ν’ ακουστείς είναι να ψιθυρίσεις. Στον ψίθυρο ο ακροατής υποχρεούται να εντείνει την προσοχή του, με αποτέλεσμα να του εντυπώνεται εναργέστερα το μήνυμα. Η ποίηση είναι ένας τέτοιος στεντόρειος ψίθυρος.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σιωπήσεις;
Αν όχι για πάντα, τουλάχιστον για ένα διάστημα δεν θα έβλαπτε μια άσκηση εγκράτειας, ένα είδος νηστείας. Η σιωπή είναι το σημαντικότερο συστατικό της ποίησης. Δεν πρόκειται για παραδοξολογία: το ποίημα φτιάχνεται με πολύ μεγάλες δόσεις σιωπής και ελάχιστες δόσεις λόγου. Απαιτεί να γράψεις το απολύτως αναγκαίο, και αυτό δεν προέρχεται εκ του περισσεύματος του λόγου, αλλ’ εκ του υστερήματος. Η λέξη που γράφεται στο χαρτί είναι αυτή που δεν μπορεί να παραλειφθεί, είναι η μύτη που εξέχει απ’ το παγόβουνο.
Έτσι όμως περιορίζεται πολύ το έργο ενός ποιητή.
Και λοιπόν; Το δυστύχημα είναι ότι όλοι εκτιμάμε περισσότερο τον καρπό παρά το δέντρο που τον παράγει. Πρόκειται για αντίληψη κατεξοχήν χρησιμοθηρική, η οποία από την υλική πραγματικότητα ανεπαισθήτως μεταφέρεται και στην πνευματική. Για να υπάρξει όφελος, πρέπει το προϊόν να παράγεται με τακτικότητα και εν αφθονία. Έτσι δημιουργείται η ψευδής εντύπωση ότι το ζητούμενο είναι η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ποσότης πνευματικού προϊόντος: το ποίημα ημών το επιούσιον, βιβλίο κάθε ένα ή δύο χρόνια, τακτικές δημοσιεύσεις εδώ κι εκεί, σχόλια, κριτικές, μεταφράσεις, άρθρα, ομιλίες. Όμως, συχνά, τα μαθηματικά που ξέρουμε αποδεικνύονται άχρηστα, και το πολύ καταντάει να είναι λιγότερο κι από το λίγο.
Ωστόσο εσύ έχεις γράψει αρκετά βιβλία.
Ολίγιστα. Μέσα σε είκοσι πέντε χρόνια έχω γράψει επτά λιγοσέλιδα βιβλία, ποσότητα ελάχιστη για κάποιον που δεν ασχολείται με κανένα άλλο είδος λόγου παρά μόνο με την ποίηση.
Η γλώσσα πιστεύεις ότι έχει ακολουθήσει μια εξελικτική διαδικασία, ή ότι είναι προϊόν νόθευσης και παραποίησης; Και δεν μιλώ για τη γλώσσα που γράφουν οι ποιητές, μα για τη γλώσσα που μιλάμε καθημερινά.
Αυτή η νόθευση και παραποίηση έχει ξεκινήσει, ευτυχώς, από πάρα πολύ νωρίς. Η «ακραιφνής και ανόθευτη» ελληνική γλώσσα της κλασικής αρχαιότητας είναι ήδη το αποτέλεσμα διαδοχικών προσμείξεων. Ο Ξενοφών (ή ψευδο-Ξενοφών) στην Αθηναίων Πολιτεία κατηγορεί τους Αθηναίους ότι, λόγω της διά θαλάσσης επαφής τους με ξένους λαούς, είχαν εισαγάγει στη γλώσσα τους πολλά βαρβαρικά στοιχεία: «Και οι μεν Έλληνες ιδία μάλλον και φωνή και διαίτη και σχήματι χρώνται· Αθηναίοι δε κεκραμένη εξ απάντων των Ελλήνων και βαρβάρων». Είναι, επομένως, μάταιο να κινδυνολογούμε σήμερα για παρόμοια φαινόμενα και να αγωνιούμε για προβλήματα τα οποία, ανά τους αιώνες, τίθενται και επιλύονται με τον ίδιο τρόπο. Όπως σήμερα μπορεί να μας ενοχλεί το «ριλάξ» ή το «προφίλ», έτσι μπορεί να ξένιζαν στην εποχή τους το «μάννα» εξ ουρανού ή το «πραιτώριον», λέξεις της εβραϊκής και της λατινικής, που με τον καιρό αφομοιώθηκαν και εξελληνίσθηκαν απολύτως.
Όμως, όταν μιλάω για τη νόθευση και την παραποίηση της γλώσσας, μιλάω ταυτόχρονα και για τον εκμαυλισμό της. Αναφέρομαι κυρίως στη χυδαιότητα των εκφράσεων από πολλές ομάδες του πληθυσμού στην καθομιλουμένη.
Δεν ξέρω αν όντως η χυδαιότητα σήμερα είναι περισσότερη παρά ποτέ, αλλά σίγουρα δεν προέρχεται από τη γλώσσα. Ίσως να εκβάλλει σ’ αυτήν. Εκείνο που συμβαίνει είναι μάλλον μια βαθμιαία απίσχανση της ομιλούμενης και της γραφόμενης γλώσσας. Η οικειοποίηση και η ιδεολογικοπολιτική προσήμανση ολόκληρων στρωμάτων της ελληνικής, σε εποχές φανατισμού, συνετέλεσαν επίσης σε μια συμπλεγματική αντιμετώπιση, έτσι ώστε ακόμα και σήμερα να παραμένουν ανεκμετάλλευτα —σαν «γκρίζες ζώνες»— πολλά εδάφη της, τόσο της λόγιας καθαρεύουσας όσο και της λαϊκής δημοτικής. Πάντως το ταμείο της γλώσσας παραμένει ανοιχτό και μπορεί κανείς να επανέλθει και ενδεχομένως να ξαναχρησιμοποιήσει λέξεις που έχουν περιπέσει σε ύπνωση. Συνάντησα τις προάλλες μια ωραία λέξη του τέταρτου μετά Χριστόν αιώνα, που την αγνοούσα. Τη λέξη «εγερσίνεκρος». Εγερσίνεκρος ήχος, λόγου χάρη, είναι αυτός που μπορεί να εγείρει ακόμη και νεκρούς. Τι σπουδαία υπόθεση, ένα μόνο επίθετο να περικλείει ολόκληρη ρηματική ενέργεια, μια πλήρης φανταστική ιστορία να ξεδιπλώνεται αυτοστιγμεί από μια μονάχα λέξη! Ο Μαξ Ζακόμπ (σ.σ. γάλλος λογοτέχνης, τεχνοκριτικός και ζωγράφος, 1876-1944) στις Συμβουλές σ’ ένα νέο ποιητή λέει κάτι σχετικό: «Ν’ αγαπάτε τις λέξεις. Ν’ αγαπήσετε μια λέξη. Να την επαναλαμβάνετε, να κάνετε γαργάρα μ’ αυτήν».
Βέβαια εσύ μου μιλάς ως ποιητής, με την έννοια ότι έχεις μπροστά σου ανοιχτό το ταμείο της ελληνικής γλώσσας, από το οποίο μπορείς να πάρεις ό,τι θέλεις. Εγώ όμως επιμένω ότι όλοι στην καθημερινή μας δράση προσπερνάμε αυτό το ταμείο, του γυρίζουμε την πλάτη και χρησιμοποιούμε από πεντακόσιες έως εφτακόσιες λέξεις. Μήπως αυτή η έκπτωση της γλώσσας οδηγεί κάπου αλλού ακόμη και τη σκέψη μας;
Αυτή είναι μια δεσπόζουσα αντίληψη της γλωσσολογίας, και μάλιστα θα έλεγα ότι η δυτική ιδεολογία στηρίζεται εν πολλοίς σε μια τέτοια γλωσσική οντολογία: ότι δηλαδή η γλώσσα είναι ο υπαρκτικός μας χώρος, ότι σκεφτόμαστε μόνο αυτά τα οποία μπορούμε να εκφράσουμε και ότι όσο μεγαλύτερο είναι το φάσμα των εκφραστικών μας δυνατοτήτων τόσο ευρύτερο και το φάσμα της νοητικής μας δράσης.
Δεν το πιστεύεις αυτό;
Όχι απόλυτα. Έχω την εντύπωση ότι μπορεί να μην χρησιμοποιούμε σήμερα πολλές λέξεις αποχρώσεων, ωστόσο οι έννοιες αυτών των αποχρώσεων δεν χάνονται. Τις μπολιάζουμε σε κάποιες άλλες λέξεις-κορμούς, και οι κορμοί πετάνε ύστερα καινούργια νοηματικά κλαδάκια. Λόγου χάρη, το «πράγμα», το «κάνω» ή το «λέω» υποκαθιστούν ένα σωρό άλλες εξειδικευμένης σημασίας λέξεις, οι οποίες τρόπον τινά συγχωνεύονται σε μια κεντρική, πολυδύναμη, που συγκεκριμενοποιεί το περιεχόμενό της κάθε φορά ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Τα ανωτέρω συνιστούν ένα απόσπασμα από την εκτενή συνομιλία του Αντώνη Φωστιέρη με το δημοσιογράφο Χρήστο Κωνσταντόπουλο, που είχε δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Αλφειός (τεύχος 12-13, αφιέρωμα στον Αντώνη Φωστιέρη, καλοκαίρι 1997).
O Χρήστος Κωνσταντόπουλος
Ο Αλφειός, αξιόλογο δημιούργημα του Χρήστου Κωνσταντόπουλου, υπήρξε ένα περιοδικό του Πύργου για τα γράμματα, τις τέχνες και την τοπική ιστορία.
Η συνομιλία των δύο ανδρών περιλαμβάνεται (μαζί με πολλές άλλες συνομιλίες και μονολόγους, επίσης εξαιρετικού ενδιαφέροντος) στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο Αντώνης Φωστιέρης – Ποίηση και Ποιητική (εκδόσεις Καστανιώτη).
Ο αμοργιανής καταγωγής Αντώνης Φωστιέρης, γεννημένος στην Αθήνα το Μάιο του 1953, αποτελεί μια εξέχουσα προσωπικότητα της ποιητικής γενιάς του ’70.
Ο Φωστιέρης πρωτοεμφανίστηκε στον κόσμο των γραμμάτων με «Το μεγάλο ταξίδι» το 1971 (είχε προηγηθεί, το 1970, η δημοσίευση ενός ποιήματός του στο περιοδικό Νέα Εστία), ακολουθώντας ευθύς εξαρχής μια σαφή και συνεπή ποιητική γραμμή, όπου η έντονη εσωτερικότητα και η φιλοσοφική ενατένιση συμπλέκονται ιδιότυπα με την ποιητική λάμψη και την εκφραστική διαύγεια.
Από το 1971 έως σήμερα έχει δημοσιεύσει δέκα ποιητικές συλλογές, δύο συγκεντρωτικούς τόμους (Ποίηση 1970-2005 και Άπαντα τα Ποιήματα 1970-2020), καθώς και δύο ανθολογίες ποιημάτων του με πρωτότυπη εικονογράφηση από τον Αλέκο Φασιανό και τον Γιάννη Ψυχοπαίδη.
Έχει τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη (απονέμεται από την Ακαδημία Αθηνών).
Ποιητικά βιβλία του Φωστιέρη έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορήσει από εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού.