Ο προβληματισμός, ο πλούσιος και έντονος, γύρω από το δίπολο «πρόοδος» – «συντήρηση» είναι μια ιστορία παλιά, πολύ παλιά. Σε κάθε εποχή, η τοποθέτηση της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των δύο αυτών ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων (ας αποφύγουμε τη λέξη «στρατόπεδα», που τόσο συχνά χρησιμοποιείται εν προκειμένω), και η συνακόλουθη κατάταξη των πάντων —πολιτικών, στοχαστών, ακόμα και απλών ανθρώπων—, κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση ήταν. Και ο ευφυής Μιχάλης Παπαγιαννάκης είχε προφανώς επίγνωση τής εν λόγω πραγματικότητας, όταν έγραφε κάποτε ότι «η Ιστορία βρίθει παραδειγμάτων συντηρητικών προοδευτικών και αντιστρόφως».
Το αντιθετικό αυτό σχήμα, οι αντιθετικές αυτές έννοιες, με τις παρεκτροπές τους και τις ακρότητές τους, απασχόλησαν, μεταξύ πολλών άλλων κορυφαίων διανοητών, τον Ευάγγελο Παπανούτσο. Με σκέψη νηφάλια και διαυγή σε καιρούς ταραχώδεις —Εμφύλιος γαρ—, με κρίση αφανάτιστη και λόγο μετρημένο, με άριστη ασφαλώς γνώση του βάθους των λέξεων και της αιώνιας αντιπαλότητας των εννοιών, ο αείμνηστος αχαιός φιλόσοφος έγραφε τα εξής (άρθρο στην εφημερίδα «Το Βήμα», 12/4/1947, υπό τον τίτλο «Πρόοδος και συντήρησις»):
Μέσα στην ιστορική πορεία του πνεύματος δύο αντίθετα ρεύματα υφαίνουν με την ορμή τους την κίνηση των ιδεών. Το ένα ωθεί ακάθεκτα προς τα εμπρός, προς κάτι το ανείπωτο ακόμη, κάτι που δεν έχει άνετα σαρκωθή στη σκέψη και στη διατύπωση, δεν έχει πραγματοποιηθή, αλλά θέλγει σαν το αόριστο νεύμα που υπόσχεται, σαν πυρετώδης προσμονή. Το άλλο αντιστέκεται και προσπαθεί με σύνεση και περίσκεψη να κρατήση το με αγώνες πραγματοποιημένο, το δοκιμασμένο, τη θετική και σίγουρη κατάκτηση που λαμποκοπά σαν ώριμος καρπός. Φυσική τάση του ανθρώπου η πρώτη. Φυσική και η δεύτερη. Ποτέ δεν αναπαύεται το πνεύμα μας σε ό,τι έγινε παρά πολύ οικείο. Αλλά και ποτέ δεν θυσιάζομε αλόγιστα ό,τι με πόνο έγινε επί τέλους δικό μας. Το πρώτο είναι η ακοίμητη λαχτάρα. Το δεύτερο η φρόνιμη πρόνοια. Όταν λείπη η ορμή προς το νέο, πέφτομε στην αποτελμάτωση. Όταν δεν συντηρούμε το κατακτημένο, αίρεται μαζί με τη συνέχεια και κάθε παράδοση, και αιωρούμαστε με τις ρίζες στον αέρα. Και τα δυο μαζί, πρόοδος και συντήρησις, συνθέτουν τη ζωή του πνεύματος, ασφαλίζουν την εσωτερική συνοχή αλλά και την αδιάκοπη ανανέωσή του.
Τη συνθέτουν ακριβώς με την αντίθεσή τους, με τη γόνιμη πάλη τους, όπως λόγος και αντίλογος συνθέτουν και προωθούν τη συζήτηση. Αυτόν το νόμο με τις απέραντες εφαρμογές του τον ανακάλυψε πρώτος με τη σκοτεινή του μεγαλοφυΐα ο Εφέσιος Ηράκλειτος και του έδωσε τη μνημειώδη διατύπωση: πόλεμος πατήρ πάντων. Δική του φαίνεται πως είναι η θαυμαστή εικόνα ότι το βέλος υψώνεται με την αντίσταση του αέρα. Πώς θα μπορούσε να υψωθή, αν στο δικό του λόγο δεν ερχόταν ν’ αποκριθή ο αντίλογος του αντιστεκόμενου στοιχείου; Αργότερα ο Πλάτων είδε τη σημασία αυτού του νόμου στην κίνηση του στοχασμού και διαπαιδαγωγημένος από το ζωντανό παράδειγμα του Σωκράτη εμόρφωσε τη διαλεκτική του μέθοδο. Στα νεώτερα χρόνια ο Έγελος εθεμελίωσε επάνω στο νόμο της διαλεκτικής ολόκληρη τη φιλοσοφία του: τη Φυσική και τη Μεταφυσική, την ίδια την Ιστορία. Αυτή η δυναμική αντίληψη της ζωής, του στοχασμού και της ιστορίας, είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του ευρωπαϊκού πνεύματος, που δεν μπορεί να νοιώση την ανατολίτικη ευδαιμονία της απόλυτης στατικότητας.
Αν όμως πρόοδος και συντήρησις είναι ροπές φυσικές, και φυσιολογικές ακόμη, γιατί αποτελούν τάσεις υγιείς και κανονικές, δεν συμβαίνει το ίδιο και με τις νοσηρές υπερβολές τους — με την προοδοπληξία και την αντιδραστικότητα. Εδώ πια έχει ξεπερασθή το νόμιμο μέτρο, έχει χαθή η συνείδηση των ορίων, η κάθε ορμή μένει αχαλίνωτη στη φορά της· δεν διατηρεί πια τον έλεγχο των κινήσεών της και γίνεται τυφλή — και φυσικά άγονη. Από την αντίθεσή τους δεν δημιουργείται η ευεργετική προώθηση, αλλά η καταστρεπτική τριβή. Ανάβει ο σπινθήρας του πείσματος, της εμπάθειας, του φανατισμού. Με τη διάβρωση φθείρονται και τα δύο ρεύματα. Το βέλος δεν υψώνεται, συντρίβεται και γύρω απλώνεται σιγά-σιγά το αποκαρδιωτικό κενό. Ο προοδόπληκτος δεν είναι η ένταση, αλλά η γελοιογραφία του προοδευτικού. Ο αντιδραστικός δεν είναι ένας φρονιμώτερος, αλλά ένας μωρός συντηρητικός. Πρέπει να προσέξωμε πολύ αυτή τη διάκριση, γιατί μας εξηγεί πολλά φαινόμενα της ζωής μας. Αν η πρόοδος είναι δύναμη γονιμοποιός, γιατί προσφέρει θετικά, η προοδοπληξία αποτελεί κίνδυνο, γιατί είναι άγονη άρνηση. Αν η συντήρησις είναι ωφέλιμη και σκόπιμη στην κίνηση της ζωής, η αντιδραστικότης με τον εμπαθή μισονεϊσμό της είναι σωστή συμφορά. Και οι δύο ακρότητες όπλα τους έχουν το μονολιθικό δογματισμό και την ανοικτίρμονα (σ.σ. αδυσώπητη, ανελέητη) διαβολή του αντιπάλου. Δεν αντιτίθενται με το συγκαταβατικό χαμόγελο της επιεικείας, όπως ο ορμητικός έφηβος προς τον ώριμο άντρα, αλλά με μωρίες και λύσσα, καθώς το τρελλόπαιδο προς τον ξεμωραμένο γέρο.
Τις σκέψεις αυτές μου εγέννησε το πρώτο μέρος της θαυμάσιας ομιλίας του νέου Ακαδημαϊκού κ. Αλ. Διομήδη κατά την υποδοχή του στο ίδρυμα που τον ετίμησε αλλά και ετιμήθηκε με την εκλογή του. Όταν εξήγησε πως οι Ακαδημίες είναι από τη φύση τους θεσμοί συντηρητικοί, έθεσε το πρόβλημα της αλληλουχίας των δύο ρευμάτων που ωνομάσαμε πρόοδο και συντήρηση, με πολύ σαφή και φωτισμένο τρόπο. «Εις όλας τας χώρας», είπε, «και όλους τους χρόνους αι Ακαδημίαι δεν υπήρξαν πρωτοπόροι. Υπήρξαν κατά βάσιν θεσμοί συντηρητικοί. Είναι λογικόν να μη παρασύρωνται αλογίστως από κάθε τι καινοφανές. Εν τούτοις ως ζωντανός οργανισμός δεν ημπορεί ν’ αγνοή η Ακαδημία ότι επιστήμη, γράμματα, τέχναι δεν στηρίζονται επί αδιασείστων θεμελίων. Εις αυτήν την φύσιν των υπάρχει αδιάκοπος ζωή και κίνησις και μεταμόρφωσις. Ό,τι θεωρείται σήμερον ως αλήθεια ημπορεί αύριον να καταδειχθή ως πλάνη. Κάθε ρηξικέλευθος ιδέα, η οποία ίσως είναι σπινθήρ δημιουργίας, αποτελεί ρήξιν προς το παρελθόν, κάθε δε τυχόν εκ προκαταλήψεως αντίδρασις, κάθε άρνησις ελέγχου, θα εφανέρωνε στατικήν αντίληψιν. Θα περιέπιπτε τότε ο ακαδημαϊκός βίος εις λήθαργον, χωρίς ζωήν και χωρίς συνείδησιν της αμειλίκτου επιβολής του νόμου της αιωνίας εξελίξεως».
Λαμπρό μάθημα και έπρεπε να έχουν στηθή μεγάφωνα και έξω από τους μαρμάρινους τοίχους του Σιναίου οικοδομήματος, για ν’ ακουσθή και στο Πανεπιστήμιο και στο Πολυτεχνείο και σε όλα τα ανώτατα πνευματικά μας ιδρύματα και παντού όπου οι νεοέλληνες σκυμμένοι καλλιεργούν την επιστήμη και τα γράμματα, καθώς και εις τις μεγάλες αίθουσες με τα δρύινα γραφεία, όπου ρυθμίζεται η πολιτική ζωή του Έθνους ή όπου συνεδριάζουν τα επιτελεία των κομμάτων και συντάσσουν τα μανιφέστα των. Άλλο συντήρησις και άλλο αντιδραστικότης. Άλλο πρόοδος και άλλο προοδοπληξία. Οι πρώτοι όροι των ζευγών τροφοδοτούν κάθε μορφή ζωής και την προάγουν. Οι δεύτεροι τη σκοτώνουν. Και αν τα νειάτα ορμητικά καθώς είναι και ασυλλόγιστα πηδούν πολύ συχνά τα εσκαμμένα, εκείνοι που κοσμούνται από το λευκό φωτοστέφανο της ωριμότητος δεν πρέπει να σπεύδουν να τα μιμηθούν σ’ αυτό το θανάσιμο πήδημα από το άλλο μέρος της τάφρου, αλλά νηφάλιοι και με πλήρη συναίσθηση της ευθύνης των να δίνουν πάντα το χρυσό παράδειγμα του μέτρου. Γιατί η παρεκτροπή τους δεν πρόκειται να βρη την κατά συγκατάβαση συγγνώμη που δίνεται στην τρυφερή ηλικία.
*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος.
Σύμφωνα με νέα έρευνα, οι πολεμικές τέχνες δεν αποτελούν απλά μια μορφή φυσικής δραστηριότητας, αλλά μια σύνθετη πρακτική που συνδυάζει κίνηση, συγκέντρωση, αναπνοή και κοινωνική αλληλεπίδραση