Όταν τελειώνουν οι πανηγυρισμοί, οι πανηγυρικοί, οι παρελάσεις και οι γιορτές, καιρός είναι για λίγη περισυλλογή πάνω στα γεγονότα και στην Ιστορία.
«Η επανάσταση του 1821 ήταν συνέπεια της βαθειάς κρίσης που ξέσπασε στον ελλαδικό χώρο και της αποσύνθεσης της φεουδαρχικής οθωμανικής αυτοκρατορίας. Δεν προήλθε […] από τη συμμετοχή (των Ελλήνων) στην πνευματική και παιδευτική προσπάθεια (του Έθνους), αλλά από την εξαθλίωση των παραγωγικών τάξεων ως συνέπεια οξύτατων αντιφάσεων στις παραγωγικές σχέσεις».
«Είναι μάλιστα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η μυητική απόδοση της Φιλικής Εταιρίας ήταν ασύγκριτα υψηλότερη σε χώρους όπου η οικονομική κρίση είχε γίνει ιδιαίτερα αισθητή, όπως η Πελοπόννησος».
Αυτά διάβαζα τις μέρες όπου οι τυμπανοκρουσίες μάς ξεκουφαίναν, στην πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του νέου κοινωνιολόγου Βασίλη Κρεμμυδά που τιτλοφορείται «Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας 1700-1821» (έκδοση Εξάντας).
Και πρέπει να τον ευχαριστήσω, ευθύς εξ αρχής, που με γιάτρεψε από μια πλάνη. Εγώ νόμιζα πως η τριχρωμία των πολιτικών μας δυνάμεων ήταν αποτέλεσμα των τριών ρευμάτων που αναπτύχθηκαν στον Αγώνα, δηλαδή ένα φαινόμενο καθαρά μεταπελευθερωτικό (μετά το 1829).
Ο Κρεμμυδάς μού έμαθε πως «πριν ακόμη από την επανάσταση του 1821, η αγορά του ελλαδικού χώρου ήταν μια αγορά εξηρτημένη, που λειτουργούσε σύμφωνα με τους νόμους του κεφαλαιοκρατικού αποικιακού εμπορίου».
Πράγμα δηλαδή που σημαίνει ότι (σελ. 98 του βιβλίου): «Η υποταγή της οικονομίας (μας) στο δυτικοευρωπαϊκό εμπόριο είχε συντελεστεί μέσα στον 18ο αιώνα. […] Δεν ήταν δηλαδή ζήτημα αν το ελληνικό κράτος, που ενδεχομένως θα προέκυπτε από την Επανάσταση του 1821, θα υποτασσόταν στους μεγάλους ή όχι, αλλά σε ποιον απ’ αυτούς θα υποτασσόταν».
Έτσι, το ρωσόφιλο, το αγγλόφιλο και το γαλλόφιλο κόμμα που αναφάνηκαν μετά την Ανεξαρτησία προϋπήρχαν σαν οικονομικές δυνάμεις. Ρωσόφιλοι ήταν οι συντηρητικοί γαιοκτήμονες (λόγω Τσάρου), αγγλόφιλοι οι εφοπλιστές και γαλλόφιλοι οι διστακτικοί αστοί και οι «πεφωτισμένοι».
Οι τρεις κατευθυντήριες γραμμές της σημερινής πολιτικής, δεξιά (αμερικανόφιλοι), κέντρο – αριστερά (δυτικοευρωπαίοι) και αριστερά (λαϊκή κυριαρχία), προϋπήρχαν από το 1700, ενσωματωμένες μέσα στην κοινωνία μας.
Λαμπρά κι’ απλά, όσο κι’ αν το θέμα δεν προσφέρεται σε απλούστευση, αναλύει ο Κρεμμυδάς την οικονομική διαστρωμάτωση του ελλαδικού χώρου (που τον διαχωρίζει από τον ελληνικό, γιατί στην ουσία ελληνικό κράτος, όπως το εννοούμε εμείς σήμερα, δεν υπήρχε τότε· έτσι και το ελλαδικός είναι αντίστοιχο, όπως θα λέγαμε, του εβραϊκού χώρου σε σχέση με το καθαυτό του κράτους του Ισραήλ), δείχνοντας πόσο τα πάντα είναι εξαρτώμενα του μπεζαχτά (σ.σ. ταμείου) και όχι της ιδέας.
Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε: η όποια ιδέα είναι εξαρτώμενη της οικονομίας. Δηλαδή, επαληθεύοντας την πρωταρχική μαρξιστική αλήθεια ότι κάθε ιδεολογία είναι αποτέλεσμα του πορτοφολιού.
[…]
Ούτε μια φορά δεν αναφέρεται στο βιβλίο «φυλή», «ιδέα», «έθνος», «πατριώτης». Αντίθετα, λέει για την άρχουσα τάξη ότι «η ιδεολογία της και η κοινωνική συνείδησή της ταυτιζόταν με τα οικονομικά της συμφέροντα».
Ενώ «οι άρχοντες, κοσμικοί και εκκλησιαστικοί, έδειχναν μίσος για τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, που επεδίωκαν με κάθε τρόπο να τις αποκλείσουν από την ενεργό συμμετοχή τους στα κοινά».
Γι’ αυτό: «Πατριαρχείο και αστοί – γαιοκτήμονες, την άμεση προστασία των συμφερόντων τους την αναζητούσαν στη συνέχιση (δικιά μου η υπογράμμιση) της τουρκικής κυριαρχίας».
Ώσπου «οι βαθειές οικονομικές μεταβολές που συντελέστηκαν στον ελλαδικό χώρο στις δυο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα —επέκταση του θεσμού των τσιφλικιών και αποξένωση των μικρών καλλιεργητών από τις ιδιοκτησίες τους, μετατροπή ελευθέρων χωριών σε τσιφλίκια με επιπτώσεις στην αυτοδιοίκηση, αύξηση της φορολογίας και της αρπακτικότητας κυρίως απ’ τη μεριά των Τούρκων, αύξηση των τιμών χωρίς ανάλογη αύξηση των ημερομισθίων κ.λπ.— άγγιξαν το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού, ώστε η κοινωνική συνείδηση να προσλάβει, σε τελευταία ανάλυση, χαρακτήρα εθνικό και να προβάλλει έντονα η απελευθερωτική και λιγώτερο η κοινωνική όψη του προβλήματος».
(Να προσέξουμε αυτό το «σε τελευταία ανάλυση».)
«Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει και ο θρησκευτικός παράγοντας, το ότι δηλαδή οι Έλληνες και οι Τούρκοι είχαν διαφορετική θρησκεία».
Στα χέρια μου έχω την πρώτη μετάφραση ενός νέου Τούρκου κοινωνιολόγου που ερευνά κι’ αυτός το ίδιο θέμα, την αποσύνθεση δηλαδή της οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη συνακόλουθη επανάσταση των Ελλήνων, από την ίδια αυστηρή, οικονομολογική σκοπιά.
Ήρθε ίσως ο καιρός να πάψουν οι φανφάρες κι’ οι πατριδοκάπηλοι λόγοι και να δούμε, με τα μάτια και την έρευνα των νέων μας επιστημόνων, την αλήθεια όπως δεν τη μαθαίνουν στα σχολειά, για να καταλάβουμε γιατί και σήμερα ανταγωνιστικοί οικονομικοί μηχανισμοί θέλουν ξανά να μας βάλουν, Έλληνες και Τούρκους, να τσακωθούμε. Είτε αυτοί ονομάζονται εταιρίες πετρελαίων, είτε αλλιώς πως.
Αυτά έγραφε πριν από μισόν αιώνα για την Ελληνική Επανάσταση, αλλά και για τη νεοελληνική κοινωνία του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, ο διάσημος συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός (1934-2023).
Ο Βασίλης Βασιλικός
Το αν μη τι άλλο ενδιαφέρον άρθρο του (τίτλος του, «Ελλάδα 1700-1821»), βασισμένο στη μελέτη του Βασίλη Κρεμμυδά «Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας 1700-1821», είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Τα Νέα» την Τετάρτη 31 Μαρτίου 1976.
Ο Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017), διακεκριμένος ιστορικός, πανεπιστημιακός και συγγραφέας, είχε σημαντική συνεισφορά στην εις βάθος κατανόηση των εξουσιαστικών σχέσεων και των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που επικρατούσαν στον ελλαδικό χώρο αρκετές δεκαετίες πριν από την έναρξη αλλά και κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.
Από την Πέμπτη 23 Απριλίου, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κάνει μια βουτιά στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, με το έργο «Tζένη Τζένη - Ένα ηλιόλουστο Ρέκβιεμ»