Όταν η πτώση της Ferrari στη Formula 1 γίνεται μάθημα για την οικονομία των ΗΠΑ - Πώς τα λάθη διοίκησης που διέλυσαν μια αγωνιστική αυτοκρατορία φωτίζουν τους κινδύνους της απρόβλεπτης οικονομικής πολιτικής Τραμπ
Οι αναλογίες συχνά βοηθούν να γίνουν κατανοητές σύνθετες οικονομικές πραγματικότητες. Όταν μάλιστα αντλούν παραδείγματα από τον κόσμο του αθλητισμού, γίνονται ακόμη πιο εύληπτες. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το λεγόμενο «φαινόμενο Μοντετζέμολο», που χρησιμοποιούν αναλυτές της Market Sentiment για να εξηγήσουν γιατί η παρακμή της Ferrari στη Formula 1 μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2000 προσφέρει ένα διδακτικό παράλληλο με τη σημερινή πορεία της αμερικανικής οικονομίας.
Η Ferrari υπήρξε από το 2000 έως το 2004 η απόλυτη μηχανή νικών. Με τον Ζαν Τοντ στη διαχείριση, τον Ρος Μπρον στη στρατηγική, τον Ρόρι Μπερν στον σχεδιασμό και τον Μίκαελ Σουμάχερ στο τιμόνι, η ιταλική ομάδα κυριαρχούσε με σχεδόν απρόσωπη αποτελεσματικότητα. Πέντε συνεχόμενα πρωταθλήματα οδηγών και κατασκευαστών την κατέστησαν συνώνυμο της τελειότητας στη Formula 1. Όμως, αυτή η χρυσή εποχή δεν κράτησε.
Στο παρασκήνιο, ο τότε πρόεδρος της Ferrari, Λούκα ντι Μοντετζέμολο, άρχισε να παρεμβαίνει όλο και πιο έντονα στη λειτουργία της ομάδας. Οι εσωτερικές ισορροπίες διαταράχθηκαν, οι πολιτικές ίντριγκες πολλαπλασιάστηκαν και, τελικά, το 2006 ο Σουμάχερ ωθήθηκε στην αποχώρηση.
Μαζί του απομακρύνθηκαν ή περιθωριοποιήθηκαν και τα υπόλοιπα βασικά στελέχη. Η Ferrari συνέχισε να κερδίζει για λίγο χάρη στην αδράνεια της επιτυχίας – το πρωτάθλημα του 2007 με τον Ράικονεν ήταν η τελευταία αναλαμπή. Σύντομα όμως η αποδιοργάνωση φάνηκε στην πίστα: στρατηγικά λάθη, έλλειψη συνέπειας, αδυναμία μακροπρόθεσμης εξέλιξης. Παρά τις ακριβές μεταγραφές και τα μεγάλα ονόματα, η Ferrari πέρασε σχεδόν δύο δεκαετίες στη σκιά πιο ευέλικτων και τεχνοκρατικά οργανωμένων αντιπάλων όπως η Red Bull και η Mercedes.
Αυτό ακριβώς το μοτίβο βλέπουν ορισμένοι αναλυτές να επαναλαμβάνεται σήμερα στην οικονομική πολιτική των ΗΠΑ. Η λεγόμενη Trumponomics 2.0 χαρακτηρίζεται από έντονο συγκεντρωτισμό, προσωπικές παρεμβάσεις και έλλειψη σταθερής στρατηγικής. Όπως η Ferrari μετά την αποχώρηση των θεμελιωτών της επιτυχίας της, έτσι και η αμερικανική οικονομική διακυβέρνηση δείχνει να λειτουργεί με συνεχείς αναδιοργανώσεις, αντιφατικά μηνύματα και αποφάσεις που εμφανίζονται και αποσύρονται αιφνιδιαστικά.
Οι δασμοί, οι πιέσεις προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα, οι επιθετικές φορολογικές εξαγγελίες και οι συχνές αλλαγές πορείας δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Οι αγορές έχουν ήδη βαφτίσει αυτή τη συμπεριφορά «TACO trade»: απειλή, αναταραχή, μερική υπαναχώρηση, προσωρινή ανακούφιση. Όμως, όπως και στη Formula 1, τίποτα από αυτά δεν είναι δωρεάν. Η εμπιστοσύνη φθείρεται και η αξιοπιστία διαβρώνεται.
Το δίδαγμα του «φαινομένου Μοντετζέμολο» είναι σαφές: ακόμη και το πιο ισχυρό μονοθέσιο μπορεί να χάσει τον αγώνα αν η διοίκηση λειτουργεί παρορμητικά, αγνοεί τους ειδικούς και θυσιάζει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική για βραχυπρόθεσμες κινήσεις εντυπωσιασμού. Η Ferrari ξεκίνησε από την pole position και βρέθηκε να κυνηγά. Το ερώτημα είναι αν η αμερικανική οικονομία, που επίσης ξεκίνησε από θέση ισχύος, κινδυνεύει να δει άλλους «μονοθέσιους» να την προσπερνούν στην ευθεία.
Τέτοια εποχή οι περισσότεροι από εμάς νιώθουμε μια ανανεωμένη ενέργεια και διάθεση. Και σύμφωνα με την επιστήμη η άνοιξη η κατάλληλη εποχή για νέες αρχές
Η παράσταση «Η Ευτυχία της Αργιθέας» επιχειρεί να δώσει φωνή σε όσες ζωές έμειναν στο περιθώριο της Ιστορίας, χωρίς εξιδανίκευση και χωρίς διδακτισμό — μόνο με παρουσία.
Από την Πέμπτη 23 Απριλίου, το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κάνει μια βουτιά στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, με το έργο «Tζένη Τζένη - Ένα ηλιόλουστο Ρέκβιεμ»
Παναθηναϊκός και Ολυμπιακός κοντράρονται στο Μετς (18:00) στον 3ο ημιτελικό, με μια μέρα ημέρα… καθυστέρηση λόγω της κακοκαιρίας που έπληξε την Αττική.