Ας σκεφτούμε το απλό, αν η Ελλάδα είναι ο «παράδεισος» των τραπεζικών κερδών γιατί όλες οι ξένες τράπεζες, με τελευταία την HSBC, αποχωρούν από την Ελλάδα;

Οι εκφράσεις των προσώπων του Ιταλού Τζεντιλόνι, του Ιρλανδού Ντόναχιου και του Λουξεμβούργιου Γκραμένια μετά την ολοκλήρωση του Eurogroup της Δευτέρας ήταν όλα τα λεφτά. Ηταν σαν να αναφώνησαν με μιας «επιτέλους τους ξεφορτωθήκαμε». «Θα σταματήσουμε να μιλάμε για την Ελλάδα», όπως συνέβαινε σχεδόν σε κάθε συνεδρίαση ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών, για περίπου 12 χρόνια. Είναι ένα καλό τέλος εποχής αυτό που ζούμε στην οικονομία. Στο χέρι μας είναι να αποφασίσουμε πού θέλουμε πλέον να πάμε. Μπορεί όταν τελείωσε και το τρίτο πρόγραμμα το 2018 τα επιτεύγματα να μην ήταν ορατά. Αλλά πλέον, με τη βοήθεια μιας φιλοεπενδυτικής κυβέρνησης, είναι ξεκάθαρα σε κάθε έλληνα πολίτη. Είναι μια επιτυχία Μητσοτάκη. Είναι μια επιτυχία του οικονομικού επιτελείου και του Χρήστου Σταϊκούρα.

Αν σταματούσαμε τον χρόνο, λίγο πριν από το τέλος τη χρονιάς θα βλέπαμε μια οικονομία με ΑΕΠ που μπορεί και να φτάσει τα 10 δισ. ευρώ, μετά από μια σωρευτική αύξηση άνω του 15% την τελευταία διετία. Θα βλέπαμε ένα χρέος μειωμένο κατά 30 μονάδες. Πολλά λεφτά, κοντά στα 40 δισ. ευρώ, στα δημόσια ταμεία. Μια ανεργία στα επίπεδα του 2010 και πολλές άλλες επιδόσεις, όπως αυτές των εξαγωγών και των επενδύσεων που δεν είχαμε δει στην ελληνική οικονομία.

Επειδή ωστόσο ο χρόνος δεν σταματάει, τίποτα από όλα αυτά δεν είναι δεδομένα. Ολα αυτά μπορούν να ανατραπούν. Και κυρίως δεν πρέπει να ξεχνάμε τι περάσαμε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ξεμπερδέψαμε μεν από τα Eurogroup, αλλά οι τράπεζές μας δεν έχουν ξεμπερδέψει από τον ασφυκτικό κλοιό των αυστηρών εποπτικών ευρωπαϊκών. Κυρίως δεν πρέπει να το ξεχνούν ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών.

Μπορεί να τους χαλάει το αφήγημα ότι ξεμπερδέψαμε με τις ουρές των μνημονίων, αλλά η αλήθεια είναι ότι οι τράπεζες ακόμα τρέχουν προγράμματα κεφαλαιακών ενισχύσεων, υπόλοιπα της τελευταίας ανακεφαλαιοποίησης του τρίτου μνημονίου. Ακόμα προσπαθούν να ορθοποδήσουν. Πρόκειται για ένα «έργο» που δεν το επέλεξαν αυτές, άλλοι τους έβαλαν να το παίξουν και ακόμα δεν έχει τελειώσει. Είναι υποχρεωμένες να βγάζουν ήπια κέρδη. Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Βρίσκονται με ένα μόνιμο εποπτικό «χαλινάρι» μόλις επιχειρούν να κάνουν κάτι που δεν προβλέπεται από την εποπτεία, αυτόματα τους το «τραβάνε».

Ας σκεφτούμε το απλό, αν η Ελλάδα είναι ο «παράδεισος» των τραπεζικών κερδών γιατί όλες οι ξένες τράπεζες, με τελευταία την HSBC, αποχωρούν από την Ελλάδα; Δεν θέλουν εύκολα κέρδη; Οι μέτοχοι των τραπεζών και αυτοί δεν έχουν καταλάβει τον… πακτωλό των κερδών τους. Οι τραπεζικές μετοχές διαπραγματεύονται σημαντικά κάτω από τη λογιστική τους αξία. Οι επενδυτές πληρώνουν μόνο 12 δισ. ευρώ για κεφάλαια 25-30 δισ.; Εχουν τέτοιο πλούτο στα χαρτοφυλάκιά τους και δεν το ξέρουν; Επιπλέον εάν ίσχυαν τα τεράστια αποθέματα πλούτου που λέγεται ότι έχουν, γιατί είναι υποχρεωμένες να εκδίδουν συνεχώς νέα ομόλογα, σε μια εποχή ανοδικών επιτοκίων, επιβαρύνοντας τους ισολογισμούς τους με επιτόκια 8%, 9%, 10%;

Χρειάζεται λίγο περισσότερο σύνεση και αυτοσυγκράτηση. Πράγματι, τα στεγαστικά δάνεια στην Ελλάδα είναι τα ακριβότερα στην Ευρώπη. Δεν χρειάζεται να το πει ο Πρωθυπουργός για να το καταλάβουμε. Αν το πει όμως πρέπει να εξηγεί στους πολίτες γιατί συμβαίνει. Οτι το κόστος επισφαλειών στην Ελλάδα είναι τουλάχιστον διπλάσιο από αυτό των τραπεζών στην Ευρώπη. Γιατί η κουλτούρα πληρωμών υπέστη μεγάλο πλήγμα κατά τη διάρκεια της κρίσης, ότι κόμματα και πολιτικοί αρχηγοί ακόμα και σήμερα ενθαρρύνουν πρακτικές στρατηγικών κακοπληρωτών, οι οποίοι κρύβονται πίσω από τα ευάλωτα τμήματα της κοινωνίας.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr