Πώς νιώθει ένα παιδί των ημερών της εισβολής όταν, μισόν αιώνα μετά, ανεβαίνει στο γνώριμο από τους εφιάλτες της γενιάς του αποβατικό, από το οποίο άρχισαν όλα;

Ονομάζεται «1974»

Στέκομαι πάνω από μια γυάλινη προθήκη. Μέσα της δυο κράνη, φανερά παλιά, σκουριασμένα. Από το ένα λείπει σχεδόν όλο το πάνω μέρος, από έκρηξη. Σκύβω και διαβάζω. Ανακαλύφθηκε, λέει, βορείως του Βουφαβέντο, τον Απρίλιο του 2004.

Δείτε ακόμα – Απόλυτη φρίκη: Τη βίασαν οι Τούρκοι – Την υποδέχτηκαν ως «χαλασμένη» οι συγχωριανοί της

Ανήκει, εξηγεί η επιγραφή μπροστά του όπως και το διπλανό, «στην Εθνική Φρουρά των Ελληνοκυπρίων». Είναι από το 1974. Οπως και όλα σχεδόν τα πράγματα που υπάρχουν γύρω μου εδώ, σ’ ένα πλοίο το οποίο κι αυτό ονομάζεται έτσι: «1974».

Δεν βρίσκεται πια στο νερό. Ομως, από την καινούργια τηλεόραση στον τοίχο δίπλα μου περνούν η μια μετά την άλλη φωτογραφίες, γνώριμες. Εικόνες οι οποίες το παρουσιάζουν έτσι όπως το γνωρίσαμε στους παιδικούς μας εφιάλτες, τα πρώτα εκείνα χρόνια μετά την εισβολή. Στα ίδια νερά, στην ίδια παραλία, πάνω από την οποία στέκομαι τώρα. Στο Πέντε Μίλι.

Θυμάμαι τη μάνα μου να κρύβει για χρόνια το «Κύπρος Μέρες Οργής 1974», το λεύκωμα όπου είχα δει για πρώτη φορά το πλοίο στο οποίο στέκομαι σήμερα, μισό αιώνα παρά κάτι μετά.

Ετσι είδα για πρώτη φορά το καράβι αυτό

Δεν ήθελε να βλέπουμε τις φωτογραφίες με τα καμένα από τις ναπάλμ πτώματα, τις αφίσες με τα αγριεμένα μεχμετζίκ που πατούσαν την Κύπρο και τον Ετζεβίτ που χαμογελούσε πανευτυχής ή τις εικόνες με τους εισβολείς που πόζαραν με τις τουρκικές σημαίες καρφωμένες στον κάμπο της Μεσαορίας.

Ομως, ούτε η μάνα μου ούτε άλλος κανείς μπορούσε να προστατέψει τη γενιά μας απ’ όλα αυτά. Με τέτοιους εφιάλτες μεγάλωσε η δική μου γενιά. Οσοι ζήσαμε τον πόλεμο παιδιά, είτε τον θυμόμασταν είτε όχι, περάσαμε νύχτες πολλές αποδρώντας από εφιάλτες με Τούρκους, οι οποίοι έρχονταν να μας πάρουν.

Εγώ κιόλας είχα βρει νωρίς το κρυμμένο βιβλίο και το άνοιγα όταν η μάνα μου έλειπε για να τους αντιμετωπίσω. Συχνά φοβόμουν και το έκλεινα, το έβαζα πίσω εκεί που το είχε κρύψει, μα μόλις ξανάφευγε η μάνα μου, το άνοιγα και πάλι. Αμέτρητες φορές.

Ετσι είδα για πρώτη φορά το καράβι αυτό. Σ’ εκείνη την πανοραμική φωτογραφία του κόλπου που απλώνεται από κάτω μου. Εκείνο το αποβατικό της εισβολής, το C-128. Ενα από τα καράβια που τους έφεραν το πρωινό της 20ης Ιουλίου. Στέκομαι και κοιτάω γύρω μου. Προσπαθώ να το χειριστώ.

Τι κάνω εγώ εδώ;

Μοιάζει φοβερά απλό, μα είναι απίστευτα δύσκολο. Τι κάνω εγώ εδώ; Τι ψάχνω, αλήθεια, στο αποβατικό της εισβολής; Εδώ που στέκομαι, εδώ ακριβώς, στέκονταν πριν κατέβουν. Από την πλώρη που χρησιμοποίησα για να μπω, πάτησαν την Κερύνεια. Από τη γέφυρα, στην οποία σκαρφάλωσα πριν, έβλεπαν τις ακτές της Κύπρου να πλησιάζουν. Από το ίδιο φινιστρίνι που κοίταζα κι’ εγώ λίγα λεπτά ενωρίτερα! Από εκεί.

Τώρα πια η θέα είναι στη στεριά, στον αυτοκινητόδρομο που περνάει από δίπλα. Είναι ακόμα πιο σουρεάλ νομίζω και από το ότι περπατώ σ’ εκείνο το τόσο τρομακτικό για τη χαρακωμένη παιδικότητα της γενιάς μας αποβατικό. Σήμερα πια, το καράβι έγινε μουσείο. Είναι τοποθετημένο στον δρόμο μετά από το γνωστό μνημείο της εισβολής, εκείνο το τσιμεντένιο κάτι που είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε ο αέρας που περνάει μέσα του να φτάνει στα αφτιά του επισκέπτη, ως ήχος μαχητικού αεροπλάνου.

Το καράβι δεν μοιάζει τόσο τρομακτικό πια, δεν ξέρω εάν είναι που μεγάλωσα και είδα πολλά στην πορεία ή η γελοιότητα του πράγματος και της γκροτέσκας ιδέας να βάλει κανείς ένα αποβατικό στον δρόμο και, ακόμα χειρότερα, να βάλει απάνω και φτηνές κούκλες βιτρίνας τις οποίες έντυσε με στολές εποχής, εκείνης της εποχής των εισβολέων, οι οποίες κρέμονται από πάνω τους.

Κάποιων τα πόδια και τα χέρια έχουν στραβώσει από τη ζέστη της Κύπρου, μοιάζουν να χορεύουν. Θέλω να γελάσω αλλά δεν πρέπει. Δεν είναι μόνο επικίνδυνο εδώ, είναι και ασυγχώρητο. Δεν πρέπει να ξεχνώ πού είμαι, τι είναι αυτό, πώς το γνώρισα τόσα χρόνια πριν και τι θέση έχει στη ζωή μου. Εστω και αποκαθηλωμένο πια μέσα από αυτή τη φάρσα που βιώνω.

Αντέδρασαν έντονα

Κανείς από τους τουρκοκύπριους φίλους μου δεν έχει έρθει εδώ, κανείς δεν θέλει. Οι λιγοστοί επισκέπτες είναι όλοι εκ Τουρκίας. Αλλωστε, όταν ανακοινώθηκε η τοποθέτησή του, οι Τουρκοκύπριοι είχαν αντιδράσει έντονα.

Κι όσο κι αν επιμένουμε να μην τους δίνουμε ακόμα και σήμερα άλλη προοπτική, εκείνοι μπορούν πια να καταλάβουν πολύ καλύτερα και από εμάς τι ήταν αυτό που πραγματικά έφερε το αποβατικό της εισβολής, μαζί με τα άλλα πλοία, στην πατρίδα όλων μας και στις ζωές μας. Υποσχόμενο μια σωτηρία η οποία θα έφερνε, για όλους μας πάλι, μια άλλη σκλαβιά. Διαφορετική μα και επί της ουσίας ίδια.

Σήμερα, μισό αιώνα μετά, οι νεαρότεροι εκείνων που είχαν προλάβει να ενηλικιωθούν το πρωινό του τραγικού κατάπλου στην παραλία, όποια γλώσσα κι αν μιλούσαν, βλέπουν τα εβδομήντα να πλησιάζουν. Και αυτοί είναι οι τυχεροί.

Γιατί πολλοί από εκείνους που γνώριζαν παιδιά, που έπαιξαν μαζί, που ερωτεύτηκαν, δεν έφτασαν ποτέ να τα δουν. Οπως ο στρατιώτης που φορούσε το κράνος αυτό. Οπως άλλοι που εκτελέστηκαν. Δικοί μας, μα και δικοί τους. Στρατιώτες και πολίτες.

Οπως η οικογένεια που είχε το εστιατόριο εκεί απέναντι, οι πρώτοι λένε που δολοφονήθηκαν από εκείνους που κατέβασε αυτό το καταραμένο πλοίο. Μάρτυρες λένε πως εκείνες τις μέρες ο κόλπος αυτός είχε αλλάξει χρώμα από το αίμα των νεκρών.

Αν δεν ξέρει κάποιος την Ιστορία, δυσκολεύεται να πιστέψει τι έγινε εδώ και αλλού, μπροστά και μέσα σ΄ αυτήν την απέραντη ομορφιά της θάλασσας και της στεριάς μας. Και με την πορεία που έχουν πάρει τα πράγματα, σκέφτομαι, δεν θα αργήσει εκείνη η μέρα που δεν θα έχει πια σημασία.

Η ζωή που κόπηκε…

Οταν θα φύγει και η δική μας γενιά, όλα αυτά θα είναι για τα βιβλία της Ιστορίας, όπως ήδη είναι η άλλοτε κοινή ζωή των ανθρώπων σ’ αυτό το νησί. Η ζωή που κόπηκε την ώρα που το καράβι αυτό και τα άλλα έριξαν άγκυρα. Σ’ αυτήν εδώ την ακτή. Σφραγίζοντας οριστικά μια πορεία η οποία είχε ξεκινήσει πολύ ενωρίτερα.

Ο,τι δεν πήρε πίσω η φύση για να το λιώσει μαζί με τα σώματα των νεκρών, ό,τι δεν ήταν δικό της και δεν πετάχτηκε στα σκουπίδια, θα μπει – όταν βρεθεί – σε μουσεία. Ως λάφυρο πολέμου ή ως ενθύμιο της βαρβαρότητας. Οπως, όμως, κι αν το βλέπει ο καθένας, θα έχει πάψει να σημαίνει κάτι για τους ζωντανούς.

Σαν κάτι πανοπλίες που βλέπαμε παιδιά στα μουσεία, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι εκεί μέσα έσβησαν συχνά οι κάτοχοί τους, όπως και μέσα στο κράνος που βλέπω εδώ μπροστά μου. Κανείς δεν θα μάθει πώς φαντάστηκε τη ζωή του ο στρατιώτης που του φόραγε, μα και όλοι οι άλλοι. Πώς φαντάστηκαν τη ζωή τους, πώς την ονειρεύτηκαν.

Αλλά και πάλι, και εκείνοι που έμειναν πίσω και την έζησαν τελικά, αλλιώς δεν την είχαν φανταστεί; Το μόνο σίγουρο στον χρόνο που μας αναλογούσε στον κόσμο, σ’ αυτό το μέρος και στη ζωή, αυτό ήταν τελικά.

Μια ζωή εντελώς διαφορετική από τα όνειρα που έκαναν οι άνθρωποι πριν το καράβι αυτό ρίξει άγκυρα. Το καράβι που ονομάζεται πια «1974». Σάμπως να μπορούσε, όσο κι αν ήθελε, να το ξεχάσει ποτέ κανείς.

Πηγή: politis.com.cy (Κώστας Κωνσταντίνου)

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr