Σε έναν τέτοιο περίπατο προχθές, Κυψέλη - Πατήσια - Γαλάτσι, ξανάκουσα και μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι το «Δεν ξέρω πόσο σ' αγαπώ». Μουσική Απόστολος Καλδάρας. Πρώτη ερμηνεία Βίκυ Μοσχολιού. Οσο σημαντικοί όμως ο συνθέτης και η τραγουδίστρια, οι στίχοι είναι που κάνουν το συγκεκριμένο τρίλεπτο συγκλονιστικό

«Η βιομηχανική επανάσταση στην Ελλάδα συνετελέσθη στον χώρο της ποίησης», είχε αποφανθεί ο Γιώργος Χουλιάρας αναφερόμενος στην πρώτη εμφάνιση του Ανδρέα Εμπειρίκου το 1935 με τη συλλογή «Υψικάμινος», που οι φλόγες του σουρεαλισμού της αποτέφρωσαν κάθε σοβαροφάνεια, κάθε σεμνοτυφία, κάθε ακαδημαϊσμό.

«Η ελληνική εποποιία του 20ού αιώνα ονομάζεται λαϊκό τραγούδι», θα αναφωνήσω εγώ, κάπως αυθαίρετα, κομμάτι υπερβολικά μες στον ενθουσιασμό μου.

Κατήγαγαν ασφαλώς οι προπάτορές μας κι άλλους θριάμβους για να θαυμάζουμε και να εμπνεόμαστε. Από τον εκσυγχρονισμό του κράτους και τον διπλασιασμό της επικράτειας επί Ελευθέριου Βενιζέλου μέχρι την Εθνική Αντίσταση, κι ας έτρεφε μέσα της τον σπόρο του Εμφυλίου. Από το τεστ του Γεώργιου Παπανικολάου που έχει σώσει δισεκατομμύρια γυναίκες έως τη γραφή του Καβάφη, τη φωνή της Κάλλας, τα δύο μας Νομπέλ, τα δεκαπέντε ή είκοσι μυθιστορήματα που ανήκουν στον λογοτεχνικό κανόνα, τον Χαλεπά και τον Θεόφιλο, τον Γιώργο Τζαβέλλα και τον Μιχάλη Κακογιάννη, τα ιερά τέρατα του θεάτρου μας και τα λιοντάρια της Εθνικής Μπάσκετ που σήκωσαν το Πανευρωπαϊκό το 1987.

Επιτρέψτε μου εντούτοις, όποτε βολτάρω μόνος στην Αθήνα, ιδίως νύχτες φθινοπωρινές, με τα ακουστικά στα αφτιά, να εκστασιάζομαι με το «ζητιανόξυλο» – έτσι αποκαλούσαν οι παλιοί ρεμπέτες το μπουζούκι. Να λύνω τα άλογα του Μάρκου, τα φουσάτα του Τσιτσάνη. Να υψιπετώ με Θεοδωράκη, να εξερευνώ τους κοραλλιογενείς βυθούς με το υποβρύχιο του Χατζιδάκι. Να σηκώνω τα μάτια και να αντικρίζω ολόκληρο γαλαξία. Τι Χιώτης, τι Ζαμπέτας, τι Ακης Πάνου, Τζουανάκος και Γιοβάν Τσαούς, Σαββόπουλος και Ξαρχάκος, τι να λέμε τώρα!

Σε έναν τέτοιο περίπατο προχθές, Κυψέλη – Πατήσια – Γαλάτσι, ξανάκουσα και μου ‘ρθε ο ουρανός σφοντύλι το «Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ». Μουσική Απόστολος Καλδάρας. Πρώτη ερμηνεία Βίκυ Μοσχολιού. Οσο σημαντικοί όμως ο συνθέτης και η τραγουδίστρια, οι στίχοι είναι που κάνουν το συγκεκριμένο τρίλεπτο συγκλονιστικό.

«Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ, μέτρο δεν έχει η αγάπη…». Πώς ξεκινάει τόσο στιβαρά, πώς σπάει η φράση κόκαλα! Στους αντίποδες του «ήξεις αφήξεις», του χλεχλέδικου εκείνου «άλλα λέω, άλλα κάνω κι άλλα εννοώ». Ανδρείος και σαφέστατος. Η αγάπη δεν ζηλεύει, δεν καυχιέται, δεν ασχημονεί, δεν ενδίδει στο συμφέρον. Η αγάπη δεν μετριέται.

Κι ευθύς κατόπιν η περιγραφή του ερωτικού φαινομένου ως μεγάλης έκρηξης – big bang -, η οποία συμβαίνει κάθε ώρα και στιγμή σε πάρτι, σε φοιτητικά αμφιθέατρα, σε καταστήματα και σε γραφεία, στους πιο απροσδόκητους, ξενέρωτους χώρους και σε νοσοκομεία, ακόμα και σε δικαστήρια και σε οικογενειακές γιορτές ενίοτε. «Ηταν μια σπίθα στην αρχή και μιας βροχής ψιχάλα… Κι έγινε η σπίθα πυρκαγιά και πέλαγος η στάλα…».

Σε ένα σπασμένο αγγείο, σε ένα όστρακο, σε μια αρχαιολογική ανασκαφή στην Πελοπόννησο ή στην Ιωνία, κάλλιστα θα μπορούσαν χαραγμένα να βρεθούν τα παραπάνω λόγια. Και να ανήκουν στη Σαπφώ ή στον Αρχίλοχο.

Η παιδική αρρώστια του τραγουδιού μας – που με τις δεκαετίες έχει καταντήσει χτικιό – είναι η μίρλα. Η κλάψα. Ο θρήνος του χωρισμού. Το ανάθεμα στη σκορδόπιστη που ξενοκοίταξε ή ξενοκοιμήθηκε. Κάποιοι που πνίγουν τον καημό τους στο ουίσκι, καπνίζουν ώσπου να τους καρβουνιάσουν τα πνευμόνια και καταλήγουν τελικά στη μανούλα τους να μυξοκλαίνε σαν ταπεινωμένα κουτάβια.

Εδώ δεν έχουμε τίποτα τέτοιο. Εδώ ο έρωτας θριαμβεύει. «Η αγάπη που μας έδεσε, πόνο δεν θα γνωρίσει». Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο. Τελεία, παύλα.

Αναζήτησα πληροφορίες για τον στιχουργό. Αργυρόπουλος Χρήστος, Καλαβρυτινός. Δεσμώτης στη Μακρόνησο κι έπειτα υπάλληλος στο υπουργείο Γεωργίας. Αφησε πολύ λίγα τραγούδια – από τον κάμπο αγνάντευε τις κορυφές του Νίκου Γκάτσου, του Λευτέρη Παπαδόπουλου, της Λίνας Νικολακοπούλου. Μας χάρισε όμως ένα αριστούργημα.

«Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ». Ποιος ξέρει πώς το συνέλαβε, πού το σημείωσε βιαστικά ή καλλιγραφημένα, σε ένα πακέτο ίσως από τσιγάρα – κασετίνα; Στην πίσω όψη κάποιου υπηρεσιακού εγγράφου;

Καθέναν μας μία στιγμή τουλάχιστον στη ζωή του τον αγγίζει χέρι θεϊκό.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr