Μια νέα έκδοση ρίχνει φως στο πώς το κυπριακό και διεθνές κομμουνιστικό κίνημα αντιμετώπισαν την εξέγερση του Οκτωβρίου 1931 στην Κύπρο

Στην ιστορία του Κυπριακού πάντα έχει μια ιδιαίτερη φόρτιση το ζήτημα της στάσης του κομμουνιστικού κινήματος. Και ο λόγος είναι προφανώς: η Κύπρος ιδίως από τη δεκαετία του 1950 και μετά διαθέτει – μέχρι τις μέρες μας – ένα από τα μαζικότερα (ως αναλογία στον πληθυσμό) κομμουνιστικά κόμματα, το ΑΚΕΛ, και την ίδια στιγμή σε κρίσιμες στιγμές δεν ήταν αυτό που ηγήθηκε του αντιαποικιακού αγώνα, αλλά οι «εθνικές» δυνάμεις και η Εκκλησία.

Ιστορία πάντα οδυνηρή, εάν αναλογιστούμε ότι πάντα υπάρχει το ερώτημα της αναδρομικής αναζήτησης των αιτίων που οδήγησαν στην Εισβολή και τη διχοτόμηση και με πλευρές τραυματικές (συχνά π.χ. παραβλέπουμε ότι υπήρχε η ΕΟΚΑ των «φυλακισμένων μνημάτων» αλλά και η ΕΟΚΑ των δολοφονιών ελληνοκύπριων και τουρκοκύπριων αριστερών συνδικαλιστών) είχε πάντα και τα ερωτήματα για το τι ακριβώς έγινε σε κρίσιμες στιγμές.

Μία από αυτές αφορά τη στάση που κράτησε το νεαρό – και ακόμη ολιγάριθμο – Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου (που αργότερα θα μετασχηματιστεί στο ΑΚΕΛ) απέναντι στα «Οκτωβριανά», δηλαδή την αντιαποικιακή εξέγερση του 1931, όπως και τελικά ποια μορφή είχε η κριτική που άσκησε η καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς στους Κυπρίους κομμουνιστές.

Το ίδιο το θέμα έχει την τοπική του ιδιαιτερότητα αλλά ταυτόχρονα αντανακλά ένα ευρύτερο ερώτημα εκείνης της περιόδου. Η Κομμουνιστική Διεθνής ήδη από τη δεκαετία του 1920 και παρά τον έντονο εργατισμό (και από ένα σημείο και μετά και σεχταρισμό της ιδίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1930) είχε μια επίγνωση ότι οι αντιαποικιακοί αγώνες και θα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα θα έκριναν τον συσχετισμό σε μια σειρά από χώρες που εξελίσσονταν σε «αδύναμους κρίκους» και άρα θα έπρεπε να προσανατολίζονται τα κομμουνιστικά κόμματα στη ενεργοποίηση στο εσωτερικών τέτοιων κινημάτων.

Την ίδια στιγμή όλα αυτά εμπλέκονταν με την κατάσταση στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κομμάτων, τις αλλεπάλληλες οργανωτικές κρίσεις τους αλλά και τις εξελίξεις στην ίδια στην ΕΣΣΔ και στη Διεθνή.

Ένα βιβλίο που προσπαθεί να ρίξει φως σε μια πτυχή της ιστορίας

Με αυτά τα ερωτήματα ασχολείται το βιβλίο του καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Σπύρου Σακελλαρόπουλου και του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Κοινωνιολογίας του ίδιου πανεπιστημίου Μανώλη Χουμεριανού, με τίτλο Η εξέγερση του 1931, η στάση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου και η Γ΄ Διεθνής. Μέσα από τα επίσημα έγγραφα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος.

Το βιβλίο δεν προσπαθεί να είναι μια συνολική μελέτη της εξέγερσης του 1931, ούτε της συνολικής διαδρομής του κυπριακού κομμουνιστικού κινήματος. Κυρίως θέλει να σταθεί στο τι ακριβώς γίνεται όταν λίγο μετά την εξέγερση του 1931 τα δύο ηγετικά στελέχη του ΚΚΚ, ο Χαράλαμπος Βουλιώτης (Βατής) και ο Κώστας Σκελέας βρίσκονται στη Μόσχα αναφέρουν τις εξηγήσεις τους στο Βαλκανικό Γραφείο της Κομιντέρν και υφίστανται αυστηρή κριτική.

Σε αυτή την κατεύθυνση στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε αρχειακό υλικό που είναι πλέον προσβάσιμο στη Ρωσία και αφορά το αρχείο της Κομμουνιστικής Διεθνούς και περιλαμβάνει εκθέσεις του Βατή και του Σκελέα προς την Κομιντέρν, τα πρακτικά των συζητήσεων που είχαν με τα αρμόδια στελέχη της Κομιντέρν, αλλά και τα σχέδια αποφάσεων και κατευθύνσεων του Βαλκανικού Γραφείου προς το κυπριακό κόμμα. Μάλιστα, αυτό που καθιστά αυτή την έκδοση σημαντική είναι ότι ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αποτελείται από τις μεταφράσεις αυτών των ντοκουμέντων. Αυτό επιτρέπει στο βιβλίο να προσπαθεί να απαντήσει στα βασικά ερωτήματά του όχι στη βάση μαρτυριών και γενικά δευτερογενών πηγών, αλλά του ίδιου του αρχειακού υλικού.

Ταυτόχρονα, το βιβλίο παρουσιάζει μια ανάλυση της κατάστασης της κυπριακής κοινωνίας στις αρχές της δεκαετίας του 1930 (ας μην ξεχνάμε ότι στον Σακελλαρόπουλο χρωστάμε την πιο συνολική παρουσία της ιστορίας της κυπριακής κοινωνίας με το βιβλίο του Ο Κυπριακός Κοινωνικός Σχηματισμός (1191-2004), που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Τόπος) αλλά και των αντιφάσεων του κυπριακού κομμουνιστικού κινήματος που με τη σειρά τους αντανακλούν συνολικότερες αντιφάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.

Έτσι η βασική αντίφαση ανάμεσα στην υπέρμετρη επιφυλακτικότητα των κυπρίων κομμουνιστών να εμπλακούν με τη λαϊκή αντιαποικιακή εξέγερση (αντανάκλαση εν μέρει του σεχταρισμού που όριζε τη γραμμή της Κομιντέρν σε μια συγκυρία όπου κυριαρχεί η γραμμή της σύγκρουσης με τον «σοσιαλφασισμό») και την υπέρμετρη αισιοδοξία των στελεχών της Κομιντέρν ότι μια τέτοια εξέγερση σε μια κατά βάση αγροτική κοινωνία θα  μπορούσε να εξελιχτεί σε «εργατική επανάσταση», αντανακλά το συνολικότερο πρόβλημα με την κατεύθυνση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σε μια περίοδο όπου η επαναστατική δυναμική στη Δύση έχει σαφώς υποχωρήσει, ο φασισμός αποτελεί ανερχόμενο ρεύμα, η οικονομική κρίση επιτείνεται και η Κομιντέρν ολοένα και περισσότερο προσαρμόζεται στην κυριαρχία της σταλινικής γραμμής στο μπολσεβίκικο κόμμα.

Ταυτόχρονα το βιβλίο ρίχνει φως και σε φιγούρες τόσο του κυπριακού κόμματος όσο και της Κομιντέρν, με τις ιδιαίτερες διαδρομές τους και τον ρόλο τους, που συχνά δεν είχε μελετηθεί όσο έπρεπε στη μέχρι τώρα βιβλιογραφία.

Σε κάθε περίπτωση, μια σημαντική έκδοση και μια σημαντική προσθήκη στη βιβλιογραφία για την ιστορία της Κύπρου αλλά και του κομμουνιστικού κινήματος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr