«Εχω μια ερώτηση, κυρία. Αυτή η Ζωντανίνα που θέλει να δίνουν το αίμα τους ποια είναι;», ρώτησε, πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια, ένα γυμνασιόπαιδο – με ειλικρινή απορία, όχι για να τρολάρει.

Με την επέτειο του Πολυτεχνείου να πλησιάζει, η φιλόλογος αποφάσισε να ξεφύγει λίγο από το πρόγραμμα και να βάλει στο cd-player τα τραγούδια που απαγορεύτηκαν την περίοδο της χούντας. Ολη η τάξη γύρισε προς το μέρος του μαθητή. Κάποιοι, παρότι δεν άκουγαν το «Ενα το χελιδόνι» για πρώτη φορά, είχαν την ίδια απορία.

Η ερώτηση έκανε τη φιλόλογο να πιάσει τα γλωσσικά περίεργα στα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Σε λίγη ώρα, αφότου ξεδιάλυνε την παρεξήγηση με τους ζωντανούς που δίνουν το αίμα τους, εξήγησε για πρώτη φορά τι συνέβη με εκείνη την άνω τελεία στην «Αρνηση» του Σεφέρη, που έκανε ποιητή και συνθέτη να μη μιλιούνται για καιρό. Ελάχιστοι σ’ εκείνη την τάξη πήραν το μέρος του νομπελίστα. «Μα είχε δίκιο ο Θεοδωράκης, έτσι ακούγεται καλύτερα», είπαν.

Σήμερα τα παιδιά αυτά έχουν ήδη φτάσει στα τριάντα, θα μπορούσαν να είναι εγγόνια του Μίκη Θεοδωράκη που κηδεύεται στον Γαλατά Χανίων. Θυμίζουν ο ένας στον άλλο πως κάποτε αναρωτιούνταν για μια Ζωντανίνα και γελάνε. Μπορεί να έμαθαν τους ποιητές στις επετείους, όμως δεν υπάρχει κανείς που δεν ξέρει τι εστί Θεοδωράκης, κι ας προτιμούν να ακούν άλλα πράγματα, και στις χαρές και στις λύπες τους.

Ο ίδιος ο Μίκης ήταν γι’ αυτούς μια σταθερά, μια απόδειξη για την ιστορία της χώρας τους και τους ανθρώπους που την έζησαν. Ηταν εθνικός παππούς, κάποιες φορές σοφός και κάποιες γραφικός, μια φιγούρα που άμα τη δεις μια φορά, σε μια συναυλία, δεν την ξεχνάς ποτέ.

Και αυτό παρότι είχαν πολλές φορές διαφωνήσει πολιτικά μαζί του, είχαν βρεθεί σε αντικριστά στρατόπεδα στο δημοψήφισμα, είχαν ακόμα-ακόμα γυρίσει την πλάτη στην πολιτική που, όπως είπε και ο Δημήτρης Κουτσούμπας, διαπερνά το έργο κάθε μεγάλου καλλιτέχνη, εν γνώσει ή εν αγνοία του.

Την ίδια μέρα με τον Θεοδωράκη πέθανε ο Mad Clip. Το Ιντερνετ γέμισε από διαγενεακές αναρτήσεις και μαρτυρίες πως στις γειτονιές η μουσική από τα μπαλκόνια εναλλασσόταν ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες, από ένα μωσαϊκό ανθρώπων που αποχαιρετούσαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, κάτι από τη δική τους εποχή.

Η διαφορά είναι πως η απώλεια του Μίκη Θεοδωράκη δεν είναι απώλεια μόνο για τους παλιούς. Είναι και για εκείνους που δεν ξέρουν την όψη του, αλλά ξέρουν τα τραγούδια του.

Για όσους περιμένουν να έρθει η σειρά τους να μάθουν να ξεχωρίζουν τη Ζωντανίνα, να βάλουν τη μουσική του σε κανένα new-age remix φέρνοντάς τον (ποιος ξέρει;) ξανά στη μόδα, χρόνια μετά τον θάνατό του.

Οι τριαντάρηδες, όμως, είναι κάπου στη μέση. Τον ήξεραν και δεν τον ήξεραν, ίσα που τους ακουμπούσε η σκιά του – ήταν ιστορία, αλλά ζωντανή ακόμα. Είναι εκείνοι που προσγειώθηκαν απότομα σε μια πραγματικότητα που δεν περίμεναν και πάνω που είπαν πως θα πάρουν ανάσα τους ήρθε η πανδημία.

Ξόδεψαν, θέλοντας και μη, την τελευταία δεκαετία να αναρωτιούνται πού πήραν τη ζωή τους λάθος. Κυρίως, να αναρωτιούνται αν και πώς ήρθε η ώρα να την αλλάξουν. Χωρίς άνω τελεία, όπως στη βερσιόν του Μίκη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο