Η έκτακτη κατάσταση και η οικονομική κρίση που βιώνει ο πλανήτης εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον με την πανδημία, απαιτεί την έγκριση ειδικών μέτρων αντιμετώπισης, όπως είναι η αύξηση των δαπανών στην οικονομία μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής.

Αυτή είναι και η λογική της ΕΕ μέχρι στιγμής που έχει εγκρίνει ένα πακέτο άνω των 700 δις ευρώ για τα κράτη μέλη με την δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, ώστε μέσω συγκεκριμένων στόχων και έργων ανά χώρα, να στηριχθεί η ανάπτυξη και η απασχόληση.

Αναπόφευκτα βέβαια σε κάθε κρίση για να στηριχθεί μια επεκτατική οικονομική πολιτική, που αυξάνει σταδιακά τόσο το έλλειμμα όσο και το χρέος, απαιτείται και η προσαρμογή της φορολογίας σε νέα επίπεδα ώστε να διευρυνθεί η φορολογική βάση και να αυξηθούν αναλογικά τα φορολογικά έσοδα του κράτους.

Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό και μετά από αντίστοιχη πρωτοβουλία των ΗΠΑ συμφωνήθηκε με την ΕΕ η επιβολή ενός ελάχιστου εταιρικού φόρου στα κέρδη των εταιρειών στο 15%, με στόχο να ενισχυθούν τα έσοδα των κρατών, να σταματήσει η φοροδιαφυγή και να στηριχθεί μέσω χρηματοδότησης δαπανών και στοχευμένων πολιτικών η εγχώρια ανάπτυξη για κάθε χώρα.

Βέβαια το βασικό και δομικό πρόβλημα που ανακύπτει μέσα από μία αυξητική δημοσιονομική πολιτική σε περιόδους κρίσεων, είναι ο πληθωρισμός που αν ξεπεράσει τον στόχο που έχει ορίσει η ΕΚΤ που είναι το 2%, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος υπερθέρμανσης της οικονομίας, με αποτέλεσμα την μείωση των πραγματικών μισθών και εισοδημάτων.

Αυτό σημαίνει, ότι όταν αυξάνονται οι δημόσιες δαπάνες, θα πρέπει να στοχεύουν σε συγκεκριμένους κλάδους της οικονομίας, που έχουν την δυνατότητα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα να αντιμετωπίσουν το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, ενισχύοντας την εξαγωγική δραστηριότητα.

Αν αυτό δεν συμβεί, τότε μία κοινωνία χωρίς ισχυρή ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα όπως η ελληνική, κινδυνεύει από την μία να έχει εγχώριο πληθωρισμό λόγω των αυξημένων και οριζόντιων δημοσιονομικών δαπανών και από την άλλη να δεχθεί και εισαγόμενο πληθωρισμό, μέσω της αύξησης των εισαγωγών, για να καλυφθούν οι βασικές καταναλωτικές και βιομηχανικές ανάγκες της οικονομίας.

Συμπερασματικά, θα πρέπει η δημοσιονομική πολιτική να είναι πάντα στοχευμένη, κοστολογημένη και να στηρίζεται όχι μόνο στην παρούσα οικονομική συγκυρία, αλλά στην προσδοκία για την επόμενη ημέρα της οικονομίας, με την ψηφιακή μετάβαση και την πράσινη ενέργεια, καθώς και στην διατηρησιμότητα της ανάπτυξης και του ΑΕΠ της χώρας.

Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο