Home » Οι Γιαγκίνηδες έβαλαν το ρεμπέτικο ξανά στις ζωές των νέων
Συνέντευξη01 Ιουνίου 2026, 12:21
Οι Γιαγκίνηδες έβαλαν το ρεμπέτικο ξανά στις ζωές των νέων
Λίγο πριν τη μεγάλη τους συναυλία στην Τεχνόπολη στις 7 Ιουλίου, είχαμε μια όμορφη και ουσιαστική συζήτηση με τους Γιαγκίνηδες, για το ρεμπέτικο και τη μουσική στον δρόμο
Αν ζεις στη Θεσσαλονίκη σίγουρα τους ξέρεις προτού τους μάθει η υπόλοιπη Ελλάδα – έστω κι αν ποτέ δεν γνώριζες πως τους έλεγαν. Ο Παναγιώτης και ο Σπύρος ξεκίνησαν από τους δρόμους της συμπρωτεύουσας, παίζοντας μουσική στις γνωστές πλατείες της πόλης και επανεκτελόντας γνωστά ρεμπέτικα κομμάτια, προτού το όνομα Γιαγκίνηδες άρχισε να ακούγεται όλο και περισσότερο.
Εκεί στον δρόμο «ανδρόθηκαν» μουσικά, έχτισαν τον καλλιτεχνικό τους χαρακτήρα και μπορεί σήμερα να παίζουν σε live stages, ωστόσο δεν έχουν χάσει την αυθεντικότητα και τον ενθουσιασμό τους.
Στοιχεία που πρόκειται να δουν από κοντά όσοι βρεθούν στις 7 Ιουλίου στην Τεχνόπολη, όπου οι Γιαγκίνηδες θα μας παρουσιάσουν τις δικές τους μουσικές ιστορίες, ενώνοντας το παρελθόν με το σήμερα. Λίγο πριν τη μεγάλη τους συναυλία είχα μια όμορφη και ουσιαστική συζήτηση μαζί τους, για το ρεμπέτικο, τον δρόμο και τη μουσική.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Τι σημαίνει Γιαγκίνηδες και γιατί το επιλέξατε;
Το «Γιαγκίνηδες» βγαίνει από τη λέξη «γιαγκίνι», μια μικρασιάτικη λέξη που σημαίνει φωτιά, πυρκαγιά. Στα ρεμπέτικα όμως τη συναντάς συχνά και πιο μεταφορικά, σαν ερωτική κάψα, σαν κάτι που σε καίει από μέσα. Μας άρεσε πολύ αυτή η διπλή έννοια και η εικόνα που βγάζει. Για να πούμε την αλήθεια, η άλλη επιλογή που είχαμε για όνομα ήταν το «Ναυαγοί», οπότε δεν υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός . Τελικά το «Γιαγκίνηδες» μάς ταίριαξε, γιατί έχει ένταση, συναίσθημα και αυτή τη λαϊκή μυρωδιά που νιώθουμε ότι μας εκφράζει απόλυτα.
Κι ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πως ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με τη μουσική;
Η μουσική μπήκε στη ζωή και των δυο μας από πολύ μικρή ηλικία. Ο Παναγιώτης, μέσα από το μπουζούκι, ήρθε πιο κοντά στο ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, ενώ ο Σπύρος ξεκίνησε με κλασική κιθάρα στο Ωδείο. Παρότι ξεκινήσαμε από διαφορετικές αφετηρίες, υπήρχε από την αρχή κοινή αγάπη για τη μουσική και την έκφραση μέσα από αυτή.
Πως γνωριστήκατε και τι σας έφερε κοντά;
Γνωριστήκαμε στα φοιτητικά μας χρόνια, στο ίδιο πανεπιστήμιο, αν και σε διαφορετικές σχολές. Η αφορμή για να έρθουμε κοντά ήταν μια κοινή γνωστή, που ήξερε ότι και οι δύο ψάχναμε άτομα για να φτιάξουμε μπάντα. Έτσι έγινε η πρώτη επαφή και κάπως πολύ φυσικά ξεκίνησε όλο αυτό που αργότερα έγινε οι Γιαγκίνηδες.
Αν και οι περισσότεροι στην ηλικία σας επιλέγουν διαφορετικούς ήχους, όπως ροκ, εσείς πήγατε αρκετά κόντρα στο ρεύμα. Πως έγινε αυτό;
Από αυτά που βλέπουμε εμείς γύρω μας, οι περισσότεροι νέοι σήμερα δεν ακούνε τόσο ροκ· πιο πολύ υπάρχει μια στροφή προς την τραπ και τη ραπ, που είναι τελείως διαφορετική αισθητική και τρόπος έκφρασης. Παρ’ όλα αυτά, θεωρούμε ότι η ροκ κουβαλάει πολύ δυνατά μηνύματα και φοβερές μελωδίες.
Εμείς τελικά πήγαμε λίγο κόντρα στο ρεύμα, κυρίως λόγω των ακουσμάτων και των ερεθισμάτων που είχαμε από μικροί. Ταυτιστήκαμε με το ρεμπέτικο γιατί νιώσαμε ότι έχει μια πολύ ιδιαίτερη απλότητα και αμεσότητα.
Ξεκινήσατε παίζοντας στον δρόμο. Υπήρχαν «μαθήματα» που πήρατε από εκείνη την περίοδο;
Η αλήθεια είναι πως όχι μόνο πήραμε μαθήματα από τον δρόμο, αλλά ο δρόμος μάς διαμόρφωσε σαν καλλιτέχνες. Η ταυτότητα των Γιαγκίνηδων ουσιαστικά χτίστηκε μέσα από τη μουσική του δρόμου. Εκεί ο τρόπος που παίζεις είναι τελείως διαφορετικός, όπως διαφορετικός είναι και ο λόγος που παίζεις.
Η εξωστρέφεια που χρειάζεται, η συνεχής ένταση και η ανάγκη να κερδίσεις τον περαστικό εκείνη τη στιγμή, διαμόρφωσαν όχι μόνο τον ήχο μας αλλά και τη γενικότερη νοοτροπία μας σαν σχήμα.
Θυμάστε ποιο ήταν το πρώτο live που δώσατε παρέα; Πώς νιώθατε;
Ναι, το θυμόμαστε πολύ έντονα το πρώτο μας live. Ήταν σε ένα sports café στην Καλαμαριά, όταν ήμασταν ακόμα πρώτο έτος. Είχαν έρθει συμφοιτητές μας και από τις δύο σχολές και πραγματικά γινόταν χαμός. Ήταν φοβερή εμπειρία για εμάς, γιατί βλέπαμε τον κόσμο να διασκεδάζει έντονα και να συμμετέχει πραγματικά σε αυτό που γινόταν. Νομίζω εκείνη η βραδιά έβαλε τον πήχη πολύ ψηλά — μας δημιούργησε την ανάγκη αυτή την ενέργεια και τη διασκέδαση που μοιραζόμασταν αρχικά με τους φίλους μας να τη μεταφέρουμε αργότερα και στον υπόλοιπο κόσμο.
Αν και ξεκινήσατε επανεκτελώντας γνωστά ρεμπέτικα κομμάτια, έχετε παρουσιάσει και τα δικά σας τραγούδια. Ποια ήταν για εσάς η μεγαλύτερη δυσκολία σε αυτό; Και ποια η μεγαλύτερη πρόκληση;
Η αλήθεια είναι πως δεν θα λέγαμε ότι διασκευάζουμε ρεμπέτικα τραγούδια· περισσότερο τα επανεκτελούμε, και θεωρούμε ότι υπάρχει διαφορά σε αυτό. Προσπαθούμε να κρατάμε τον πυρήνα και την ουσία των κομματιών, αλλά να τα περνάμε μέσα από τη δική μας ενέργεια και αισθητική. Όσο για το να φτιάχνεις δική σου μουσική σήμερα, η δυσκολία είναι τεράστια. Υπάρχει απίστευτα πολύ περιεχόμενο που κινείται καθημερινά στο διαδίκτυο και στις πλατφόρμες, οπότε είναι πολύ δύσκολο κάτι να ξεχωρίσει και να μείνει στον κόσμο. Παράλληλα, έχουμε την αίσθηση ότι πλέον ο κόσμος δεν στρέφεται τόσο εύκολα σε νέα μουσική όσο παλιότερα. Αυτό κάνει ακόμα πιο απαιτητική την προσπάθεια να προωθήσεις ένα δικό σου τραγούδι και να του δώσεις χώρο να ακουστεί πραγματικά.
Έχετε δώσει πάρα πολλές συναυλίες τα τελευταία χρόνια. Ποια θεωρείτε την καλύτερή σας;
Είναι δύσκολο κάποια συναυλία να ξεπεράσει το συναίσθημα που νιώσαμε στην πρώτη μας μεγάλη εμφάνιση, στο Θέατρο Ρεματιάς στο Χαλάνδρι. Ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε τόσο πολύ κόσμο να χορεύει, να τραγουδάει και να περνάει πραγματικά καλά μαζί μας — και κυρίως να έχει έρθει εκεί ειδικά για εμάς. Επειδή όλο αυτό ήρθε αρκετά ξαφνικά στη ζωή μας, εκείνη η στιγμή μάς έμεινε πολύ έντονα. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο και πολύ συγκινητικό, γι’ αυτό και δύσκολα ξεπερνιέται το συναίσθημα εκείνης της βραδιάς.
Τι ακούτε αυτή την περίοδο;
Οι μουσικές μας συνήθειες έχουν αρκετές διαφορές μεταξύ τους. Ο Παναγιώτης είναι πιο «πιστός» στα ακούσματά του και κινείται κυρίως γύρω από το παλιό λαϊκό, το νέο κύμα και γενικά μουσικές που σχετίζονται περισσότερο με αυτά που παίζουμε κι εμείς. Ο Σπύρος από την άλλη έχει πιο εξερευνητική διάθεση μουσικά· ακούει και έντεχνο, αλλά και πιο σύγχρονα πράγματα, ακόμα και ραπ. Οπότε υπάρχει μια ωραία ισορροπία και ανταλλαγή επιρροών ανάμεσά μας, κάτι που θεωρούμε ότι μας βοηθάει και καλλιτεχνικά.
Τι σημαίνει για εσάς το ρεμπέτικο;
Το ρεμπέτικο για εμάς σημαίνει απλότητα και αμεσότητα. Είναι η έκφραση των λαϊκών στρωμάτων μιας άλλης εποχής, αλλά ταυτόχρονα κουβαλάει τόσο διαχρονικά μηνύματα που συνεχίζουν να εκφράζουν και τον κόσμο του σήμερα. Πράγματα που μας συμβαίνουν καθημερινά, σκέψεις, δυσκολίες και συναισθήματα που μας απασχολούν ακόμα και τώρα, υπάρχουν αποτυπωμένα σε τραγούδια που γράφτηκαν πριν από εκατό χρόνια — με έναν τρόπο απλό, άμεσο και κατανοητό. Και αυτό για εμάς είναι ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο του ρεμπέτικου.
Τι πρόκειται να ζήσουν και να ακούσουν όσοι βρεθούν στην Τεχνόπολη στις 7 Ιουλίου;
Στην Τεχνόπολη πιστεύουμε ότι ο κόσμος θα ζήσει κάτι πολύ ιδιαίτερο μαζί μας. Για εμάς αυτή η συναυλία είναι ουσιαστικά η πραγματοποίηση ενός ονείρου, γιατί πάντα θέλαμε να κάνουμε μια τόσο μεγάλη εμφάνιση και να μοιραστούμε αυτή την εμπειρία με τόσο κόσμο. Ήδη βλέπουμε τεράστια ανταπόκριση και αυτό μας γεμίζει ακόμα περισσότερο ενθουσιασμό. Ετοιμάζουμε το πιο δυνατό μας γλέντι μέχρι σήμερα, με μεγάλη μουσική παραγωγή, ένταση και πολλή ενέργεια πάνω στη σκηνή. Νομίζουμε πως όλος αυτός ο ενθουσιασμός που νιώθουμε θα περάσει και στον κόσμο εκείνο το βράδυ. Πιστεύουμε ότι θα είναι ένα αξέχαστο λαϊκό γλέντι, ακριβώς όπως πρέπει να είναι ένα καλοκαιρινό βράδυ στην Αθήνα.