Αρχίζοντας, μελέτησα μ’ επιμέλεια το ύφος και την τεχνική εκείνων που κάποτε θαύμαζα και λάτρευα: Νίτσε, Ντοστογιέφσκι, Χάμσουν, ακόμα και τον Τόμας Μαν, που σήμερα τον παραμερίζω γιατί είναι ένας επιτήδειος κατασκευαστής, ένας εμπνευσμένος βλάκας ή μπεχλιβάνης. Μιμήθηκα το κάθε ύφος, με την ελπίδα πως θα ’βρισκα το κλειδί για το μυστικό που με βασάνιζε: το πώς να γράψω. Στο τέλος έφτασα σ’ ένα αδιέξοδο, σε μια απόγνωση και μια απελπισία που λίγοι άνθρωποι γνωρίσανε, γιατί δεν υπήρχε κανένας διχασμός ανάμεσα στον εαυτό μου ως συγγραφέα και τον εαυτό μου ως άνθρωπο: ν’ αποτύχω ως συγγραφέας σήμαινε ν’ αποτύχω ως άνθρωπος. Και είχα αποτύχει. Κατάλαβα πως δεν ήμουν τίποτε –λιγότερο από τίποτε– μια μηδαμινή ποσότητα. […]

Έχω πίστη στον άνθρωπο που γράφει, που είναι ο εαυτός μου, ο συγγραφέας. Δεν πιστεύω στις λέξεις, κι ας είναι συνταιριασμένες από τον πιο επιδέξιο άνθρωπο! Πιστεύω στη γλώσσα, που είναι κάτι πέρα από τις λέξεις, κάτι που οι λέξεις δίνουν μόνο την απατηλή εικόνα της. Οι λέξεις δεν υπάρχουν χωριστά, παρά μονάχα στις διάνοιες των λογίων, των γλωσσολόγων, των φιλολόγων κ.λπ. Οι λέξεις χωρισμένες από τη γλώσσα είναι νεκρά πράγματα και δεν προσφέρουν κανένα μυστικό. […]

*Αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό άρθρο «Στοχασμοί για το γράψιμο» (μτφρ: Γιώργος Κατσίμπαλης, πηγή: Χένρι Μίλερ, «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού και Πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα», εκδόσεις Μεταίχμιο).

 
 

Από τα 1924 ως τα 1928 έγραψα πάρα πολλά διηγήματα και άρθρα, κανένα όμως δεν γίνηκε δεκτό. Στο τέλος τύπωσα τα γραφτά μου και με τη βοήθεια της δεύτερης γυναίκας μου τα πουλούσα από πόρτα σε πόρτα κι αργότερα στα ρεστοράν και στα νυχτερινά κέντρα. Σιγά σιγά αναγκάστηκα να ζητιανεύω στους δρόμους.

Μια αναπάντεχη τύχη μ’ έφερε στην Ευρώπη, στα 1928, όπου έμεινα όλη τη χρονιά, γυρίζοντας σε διάφορα μέρη. […]

Αφού έμεινα ένα χρόνο στο Παρίσι άρχισα τον Τροπικό του Καρκίνου, που το έχουν για το «πρώτο» μου βιβλίο. Γράφτηκε εδώ και κει, σε κάθε είδους χαρτιά, συχνά πίσω από παλιά χειρόγραφα. Όταν το ’γραφα είχα πολύ λίγες ελπίδες πως θα μπορούσα να το δω τυπωμένο. Ήταν μια πράξη απελπισίας. Ο εκδοτικός οίκος «Οβελίσκος», που τύπωσε το βιβλίο αυτό, μου άνοιξε διάπλατα την πόρτα για τον κόσμο. Μου χάρισε φίλους αμέτρητους και γνωριμίες απ’ όλο τον κόσμο. […]

Όσο για τις επιδράσεις… η πιο αληθινή επίδρασή μου στάθηκε η ίδια η ζωή, ιδιαίτερα η ζωή των δρόμων που δεν με κούρασε ποτέ της. Είμαι πέρα για πέρα ένας άνθρωπος της πόλης. […]

Με επηρέασαν σημαντικά οι Ντοστογιέφσκι, Νίτσε και Ελί Φωρ. Οι Προυστ και Σπένγκλερ μού στάθηκαν φοβερά γόνιμοι. Απ’ τους Αμερικάνους μονάχα ο Έμερσον και ο Χουίτμαν μπόρεσαν να μ’ επηρεάσουν. Παραδέχομαι τη μεγαλοφυΐα του Μέλβιλ, τον βρίσκω όμως βαρετό. Αντιπαθώ επίμονα τον Χένρι Τζέιμς και απεχθάνομαι κυριολεκτικά τον Ε. Α. Πόε. Στο σύνολό τους δεν μ’ αρέσουνε τα ρεύματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας. Είναι ρεαλιστική, πεζή και «παιδαγωγική». […] Χρωστάω πολλά στους ντανταϊστές και στους σουρεαλιστές. Προτιμώ τους Γάλλους που δεν είναι Γάλλοι. […]

Δεν είμαι ούτε ρεαλιστής ούτε νατουραλιστής. Νομίζω πως η ζωή στη λογοτεχνία μπορεί να μορφοποιηθεί με τη χρήση του ονείρου και του συμβόλου. Στο βάθος είμαι ένας μεταφυσικός συγγραφέας και μεταχειρίζομαι το δράμα και τα περιστατικά μόνο σαν τέχνασμα για να πετύχω κάτι πιο βαθύ. […] Θέλω να διαβάζομαι όσο το δυνατόν από λιγότερους ανθρώπους. Δεν μ’ ενδιαφέρει η ζωή της μάζας, ούτε οι προθέσεις των σημερινών κυβερνήσεων του κόσμου. Ελπίζω και πιστεύω πως όλος ο πολιτισμένος κόσμος θα εξαφανιστεί στα 100 χρόνια που μας έρχονται. Πιστεύω πως ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει πολύ πιο πλατιά και πιο καλά χωρίς «πολιτισμό».

*Αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κοχλίας το 1946 (πηγή: Χένρι Μίλερ, «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού και Πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα», εκδόσεις Μεταίχμιο).

 
 

Ο Χένρι Μίλερ (Henry Miller), τέκνο μιας μικροαστικής οικογένειας γερμανικής καταγωγής, γεννήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1891 στη Νέα Υόρκη και μεγάλωσε στο Μπρούκλιν.

Επηρεασμένος από το έργο του Νίτσε, του Ντοστογιέφσκι, του Γουίτμαν, του Προυστ και του Σπένγκλερ, μόχθησε στα νεανικά του χρόνια μέχρις ότου διαμορφώσει το άμεσο, σχεδόν πάντα αυτοβιογραφικό ύφος του.

Αφού δοκίμασε την τύχη του σε μια σειρά από ευκαιριακές δουλειές και γνώρισε πολλές γυναίκες, ο Μίλερ, φύση επαναστατική, απελευθερωμένη από ηθικούς φραγμούς και συμβάσεις, μετέβη στο Παρίσι, όπου και έζησε δέκα περίπου χρόνια.

Την περίοδο αυτήν, που σημαδεύτηκε από μεγάλες δυσκολίες, έγραψε τα έργα Τροπικός του Καρκίνου (1934), Μαύρη άνοιξη (1936) και Τροπικός του Αιγόκερω (1939).

Τα βιβλία αυτά απαγορεύτηκαν ως πορνογραφία στις ΗΠΑ και δεν κυκλοφόρησαν παρά μόλις τη δεκαετία του 1960, ύστερα από μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες.

Το 1939 ο Μίλερ επισκέφθηκε την Ελλάδα, όπου έζησε περίπου έξι μήνες και γνώρισε μεταξύ άλλων τον Γιώργο Σεφέρη και τον Γιώργο Κατσίμπαλη (οι αναμνήσεις του από το ταξίδι αυτό πήραν το σχήμα βιβλίου που έφερε τον τίτλο Ο Κολοσσός του Μαρουσιού και εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1941).

Ο Μίλερ επέστρεψε στις ΗΠΑ το 1940 και από το 1947 εγκαταστάθηκε στο Big Sur, στις ακτές της Καλιφόρνιας.

Εκεί ο ιδιαίτερα παραγωγικός συγγραφέας έγραψε τη διάσημη τριλογία του Η ρόδινη σταύρωση (Σέξους, Πλέξους και Νέξους).

Ο Χένρι Μίλερ, που χαρακτηρίζεται από το ευθύ ύφος και την ελευθεροστομία του, προπάντων στα σεξουαλικά ζητήματα, απεβίωσε στο Pacific Palisades του Λος Άντζελες, στις 7 Ιουνίου 1980.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο