Παιδιά κι είντα ’ναι η καταχνιά και τούτ’ η κατσιφάρα,

και γιάντα φεύγουν τα πουλιά κι’ ανατριχιούν τα δάση;

— Οι Γερμανοί πλακώσανε κι ουρονοκατεβαίνουν

με μηχανές και με φωθιά την Κρήτη πλημμυρίσαν.

— Κρήτη! στα μαύρα θα ντυθείς, στα σίδερα θα πέσεις,

πάλι τση Κρήτης τον αητό κρούσταλλα θα σκεπάσουν.

Μα θάρθει μέρα λαμπερή να ξαναλυώσουν πάλι.

Η μέρα η λαμπερή άργησε νάρθει, ήρθε όμως! Ξεμάργωσε και πάλι ο αητός της Κρήτης. Φτερούγιξε ψηλά, ψηλά στα ριζιμιά χαρά­κια, κι ακόμη πιο ψηλά και πιο μακριά από τα γεγονότα, που άρχι­σαν από νωρίς να ντύνονται τη φορεσιά του θρύλου. Και καθώς η ζωή δεν τρέφεται μονάχα με τη μνήμη, μα και με τη λήθη, λήθη και μνήμη τελεσιουργούν από τότε την απαραίτητη για τη ζωή και την αλή­θεια αποστασιοποίηση της Ιστορίας, την υπέρβασή της. Για τους λαούς όμως που επιθυμούν να επιβιώσουν, η αποστασιοποίηση αυτή δεν επιτρέπεται να φτάνει ως την αντικειμενοποίηση της Ιστορίας, την απώθησή της στο χώρο των αδιάφορων για τη ζωή, για το παρόν και το μέλλον. Αυτό θα ισοδυναμούσε με απώλεια της ιστορικής συνείδησης και επομένως της ευθύνης για την Ιστορία. Υπερβαίνω την Ιστορία δεν σημαίνει ότι την αντιπαρέρχομαι και την αγνοώ· σημαίνει μόνον ό­τι την κατανοώ, και κατανοώντας την σωστά, προσανατολίζομαι ανάλογα σε σχέση με το παρόν και το μέλλον.

[…]

Μιλώντας για τη Μάχη της Κρήτης είναι ανάγκη να κάμουμε, πριν απ’ όλα, τρεις διευκρινίσεις:

Πρώτον, ότι περιορίζοντας το λόγο στο νησί μας απόψε, δεν έ­χομε καθόλου την πρόθεση να διακρίνουμε τη Μάχη της Κρήτης από τη Μάχη της Ελλάδας και όλων των ελεύθερων ανθρώπων του κό­σμου τον καιρό εκείνο. Παρά την όποια διαφοροποίησή του, ήταν ένας αγώνας ενιαίος, και μόνον ως μια από τις όψεις και τις φάσεις του ενιαίου τούτου αγώνα μπορούμε να βλέπουμε και τη Μάχη της Κρήτης.

Δεύτερον, ως Μάχη της Κρήτης συνηθίζεται να νοούνται τα γεγο­νότα της Μεγαλονήσου κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Μάη του 1941. Πιστεύομε, ωστόσο, πως Μάχη της Κρήτης είναι το σύνολο των αγώνων από την πρώτη τού κατακτητή εμφάνιση ως την εξαφάνισή του κι ακόμη παραπέρα, ως την ολοκλήρωση της ανασυγκρότησης και την αποκατάσταση ομαλού ιδιωτικού και δημόσιου βίου. […]

Τρίτη διευκρίνιση: Κατά τη φάση της επιδρομής και κατά την Αντίσταση που ακολούθησε, το κύριο βάρος του αγώνα κράτησαν, ό­πως ήταν στρατηγικά δεδομένο ή επιβεβλημένο από την περίσταση, μερικά διαμερίσματα της Κρήτης. Κανένα διαμέρισμα όμως, καμιά πόλη, κανένα χωριό δεν έμεινε αμέτοχο και δεν υστέρησε στον πολύχρονο, τον πολύπαθο και πολυθάνατο εκείνο αγώνα. Δικαίως λοιπόν αποκαλείται Μάχη της Κρήτης και δικαίως σεμνύνονται γι’ αυτήν όλοι οι κάτοικοι του νησιού και οι απανταχού της Γης απόδημοι Κρήτες.

[…]

Πρέπει όμως να υπογραμμίσουμε με κάθε έμφαση πως εκείνο που έδωσε στη Μάχη της Κρήτης τον ιδιάζοντα χαρακτήρα της δεν ήταν τόσο η σύγκρουση του στρατιώτη με το στρατιώτη, όσο η σύγ­κρουσή του με τον πολίτη, με τον άμαχο πληθυσμό. Διαφορετικά, η Μάχη της Κρήτης, όση πρωτοτυπία και αν παρουσίαζε στον τακτικό και στο στρατηγικό τομέα και στη χρήση νέων όπλων και μεθόδων, δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο και τίποτε διαφορετικότερο από μια μεγάλη και μεγαλειώδη ασφαλώς στρατιωτική αναμέτρηση. Απροσδό­κητο στη Μάχη εκείνη, ξένο και παράδοξο και θαυμαστό για τον κό­σμο όλο, για εχθρούς και φίλους, και για τον επιδρομέα εξοργιστι­κό και ακατανόητο, ήταν το αυτονόητο της ιστορίας μας: η αυθόρμητη, αβίαστη, ασυγκράτητη και καθολική ενεργοποίηση και αντίσταση του λαού· μια «μαζική εξέγερση» του πληθυσμού, όπως γράφει σε πρόσφατα δημοσιευμένο κείμενό του ο στρατηγός von der Heydte (Έτσι χάσαμε τη Μάχη της Κρήτης, εφημερίδα «Τα Νέα», 22/5/1980), διοικητής του Τάγματος των Αλεξιπτωτιστών, που ρί­χτηκαν πρώτοι στο κρητικό έδαφος. Γιατί πράγματι ήταν όλοι παρόν­τες: ο απόμαχος της Μακεδονίας και των Βαλκανικών Πολέμων και της Μικρασίας, ο τραυματίας της Αλβανίας, ο γέρος, ο σακάτης, ο έ­φηβος και το μικρό παιδί ακόμη, η κοπελιά κι η γριά κι η καλογριά, ο παπάς κι ο δεσπότης, ομόψυχος ο λαός της Κρήτης βροντοφώνησε το ΟΧΙ στην αυθαιρεσία, έτοιμος για τον αγώνα και πρόθυμος για το θάνατο.

[…]

Το σχέδιο πρόβλεπε αρχικά ως το μεσημέρι της πρώτης ημέρας κατάληψη της Δυτικής Κρήτης, μετατόπιση έπειτα της επίθεσης κατά την Ανατολή και ολοκλήρωση της κατάκτησης όλης της Κρήτης ως το βράδυ της ίδιας ημέρας. Η καθολική αντίσταση του λαού όμως, που στάθηκε ομαδικά, μαζικά και αποφασιστικά στο πλευρό του μαχόμενου στρατιώτη, ανέτρεψε κάθε πρόβλεψη. Στη Μά­χη της Κρήτης δεν παρατηρήθηκε διάκριση στρατευμένου και αστρά­τευτου, ντυμένου στο χακί και στη βράκα, ένοπλου ή άοπλου, γυμνασμένου ή αγύμναστου, γυναίκας ή άντρα. Ούτε και ο κατακτητής υ­πήρξε βέβαια διακριτικός στην εκδίκησή του: τα στούκας, τα εκτε­λεστικά αποσπάσματα και οι πυρπολητές της Κρήτης δεν έκαμαν διά­κριση φύλου, ηλικίας, ιδιότητας, ένοχου και αθώου, μικρού και μεγά­λου, στρατιώτη και πολίτη.

[…]

Και όμως! Δεν γονάτισε η Κρήτη! Από την καταχνιά και την αντάρα και τα χαλάσματα και τους ομαδικούς φρεσκοσκαμμένους τά­φους ξεπρόβαλε, την επομένη κιόλας της κατάληψης, αγέρωχη και α­νυπόταχτη, η πιο ακριβή της Κρήτης κόρη, η Αντίσταση. Η Αντίσταση ολόκληρου και πάλι του λαού της Κρήτης. Εκείνος κρά­τησε με πίστη και καρτερία το βαρύ φορτίο της σκλαβιάς και το σταυ­ρό της θυσίας, ομόψυχος, ομόγνωμος, ομόζυγος, ομόζηλος και ακατά­βλητος, ο υπερήφανος λαός της Κρήτης. Πρώτη φροντίδα του να θά­ψει τους νεκρούς —δικούς και ξένους, εχθρούς και φίλους—, να περι­θάλψει τους πληγωμένους, να φυγαδεύσει ή να αποκρύψει τους διω­κόμενους, να πρεμαζώξει τα ορφανά, να αναστηλώσει όπως-όπως κάποια χαλάσματα για τους άστεγους. Κι αμέσως ύστερα, φροντίδα δεύτερη από την πρώτη κιόλας ώρα, να οργανώσει την Αντίστασή του. Μιαν αντίσταση που, όπως αναγνωρίζεται σήμερα γενικά και παγ­κόσμια, μπορεί δικαιωματικά να διεκδικήσει μια πρώτη θέση στην ι­στορία της Αντίστασης των λαών της Ευρώπης. Μιαν αντίσταση καθο­λική, όπως είπαμε, όσον αφορά στη συμμετοχή του λαού και παρα­δειγματική ως προς το ακατάβλητο φρόνημα και το υψηλό ήθος της. Πολυμερής αλλ’ όχι κατακερματισμένη, πολυσύνθετη αλλ’ όχι απο­συνθετική, αγωνιστική αλλ’ όχι ανταγωνιστική, τιμωρός αλλ’ όχι εκ­δικητική, αιματόβρεχτη αλλ’ όχι αιμοχαρής, η Αντίσταση του νησιού μας παράτεινε αδιάλειπτη ως το τέλος του πολέμου τη Μάχη της Κρήτης. Κρατώντας όσο μπορούσε πιο ψηλά την ευπρέπεια του ανθρώπου και δίχως έκπτωση από την εθνική τιμή, στάθηκε η Αντίστα­ση της Κρήτης «φως εν σκότει» και «ελπίς των απηλπισμένων».

*Αποσπάσματα από την ομιλία που είχε εκφωνήσει ο δρ Αλέξανδρος Κ. Παπαδερός στο Βεάκειο Θέατρο στις 2 Ιουνίου 1980, κατά τον εορτασμό της επετείου της Μάχης της Κρήτης.

Ο τότε γενικός διευθυντής της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης είχε παραχωρήσει το κείμενο της ομιλίας του στο περιοδικό «Κρητική Εστία».

Η εμπνευσμένη ομιλία του Αλέξανδρου Παπαδερού αναφορικά με τη Μάχη της Κρήτης είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 254-255  του προαναφερθέντος περιοδικού (Μάιος – Ιούνιος 1980).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο