Ας δούμε τι έχουν τα λεγόμενα «καλά σχολεία», ιδιωτικά ή μη δημόσια (μη κερδοσκοπικά). Δίνουν μία ποιοτική εκπαίδευση. Πώς τη δίνουν την ποιοτική εκπαίδευση; Πρόκειται για έναν άλλον κόσμο; Όχι.

Τι κάνουν; Έχουν πρώτα-πρώτα σχολικό χρόνο διευρυμένο. Το έχουμε πει πολλές φορές όλοι οι εκπαιδευτικοί και όσοι ασχολούνται με αυτά: δεν μπορείς, αν ξεκινάς από έναν μικρό, περιορισμένο σχολικό χρόνο, να χωρέσεις πολλά πράγματα στη μορφωτική διαδικασία του σχολείου. Δεν μπορείς λ.χ. να εισαγάγεις κάποιες ώρες αθλητισμού, καλλιτεχνικών, περισσότερης ξένης γλώσσας (η ξένη γλώσσα θέλει τον χρόνο της). Γενικά, δεν μπορείς να βάλεις κάποια στήριξη (ενισχυτική διδασκαλία), κάποια ευρύτερα ενδιαφέροντα των μαθητών και άλλα μέσα σε έναν σχολικό ημερήσιο χρόνο που τελειώνει στη μιάμιση ώρα το μεσημέρι! Πρέπει να φτάσεις στο απογευματάκι, στις τέσσερις η ώρα, για να μιλάς για επαρκή σχολικό χρόνο, σχολική ζωή και σχολική κοινότητα.

Τελικά, χρειαζόμαστε ένα διευρυμένο σχολικό χρόνο, το «ολοήμερο σχολείο» όπως το λέμε. Αλλά «ολοήμερο» όχι ως «παρκάρισμα» των παιδιών για να περνάει η ώρα, αλλά ως λειτουργική διαδικασία. Κάτι που σήμερα μπορεί να δει κανείς σε έναν αριθμό σχολείων, κυρίως ιδιωτικών, αλλά θα μπορούσε να γίνει και σε όλα τα δημόσια σχολεία. Λοιπόν, το πρώτο ποιοτικό στοιχείο είναι ο διευρυμένος σχολικός χρόνος.

Το δεύτερο είναι η επιλογή των διδασκόντων, επιλογή συνδυασμένη με συνεχή στήριξη των διδασκόντων με εκπαιδευτικό υλικό, με επιμόρφωση και με συντονισμό των διδασκόντων που δουλεύουν στο ίδιο αντικείμενο.

Πώς το έχουν πετύχει αυτά τα σχολεία, όσα βεβαίως το έχουν πετύχει; Έχουν πάντοτε ένα έτοιμο πρόσθετο διδακτικό υλικό, το οποίο ετοιμάζουν εκπαιδευτικοί που καταγίνονται με εκπαιδευτικό υλικό. Διότι δεν μπορεί ο εκπαιδευτικός, όταν έχει τόσες ώρες διδασκαλίας, να πάει σπίτι και να καθίσει να ετοιμάσει υλικό. Πρέπει να έχει μια τέτοια στήριξη, από κάποιους ανθρώπους που διαθέτουν τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις και αντίστοιχα προσόντα.

Το τρίτο είναι η επιμόρφωση. Εδώ αλλάζει ο κόσμος, θα έχεις εκπαιδευτικούς με τα ίδια εφόδια που είχαν όταν τελείωσαν το πανεπιστήμιο; Η αξιολόγηση επίσης είναι ένα γενικότερο θέμα, το οποίο για να γίνει έχει κάποιες προϋποθέσεις. Αν πάρεις τον εκπαιδευτικό του δημοσίου σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, αβοήθητο, ξεχασμένο και βουτηγμένο στα καθημερινά προβλήματα του σχολείου, και του πεις ότι απέτυχες ή δεν αποδίδεις καλά, δεν θα έχεις δίκιο. Γιατί πράγματι μπορεί να αποτύχει. Με ποια έννοια; Δεν τον έχει βοηθήσει κανείς, δεν τον έχει κατευθύνει κανείς, και επιπλέον είναι πολύ πιθανόν να έχει και μία τάξη με πολλά παιδιά, τα οποία μιλούν διαφορετικές γλώσσες (άρα δεν μπορεί να προχωρήσει γρήγορα ο δάσκαλος με τη διδακτέα ύλη), και του ζητάς να τα καλύψει όλα! Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα και γι’ αυτό υπάρχουν αυτά τα προβλήματα.

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι πικρές αλήθειες της γλώσσας μου» (εκδόσεις Μεταίχμιο), που περιλαμβάνει τη συνομιλία του καθηγητή Γεωργίου Μπαμπινιώτη με το δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Μπασκόζο αναφορικά με τις λέξεις, την παιδεία και τον πολιτισμό.

Αφορμή για την παράθεση του ανωτέρω αποσπάσματος στάθηκε η σημερινή δημοσίευση ενός άρθρου του καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ Γρηγόρη Καλφέλη, που τιτλοφορείται «Ο Τσίπρας και η αγγλική γλώσσα».

Το θέμα της γλώσσας είναι όντως σοβαρό, όπως παρατηρεί πολύ εύστοχα στο άρθρο του ο καθηγητής του ΑΠΘ.

Και τούτο, διότι μόνο η ορθή χρήση της γλώσσας, μητρικής ή άλλης, καθιστά εφικτή την ορθή μετάδοση των μηνυμάτων που εκπέμπονται κάθε φορά.

Η διαφορά ανάμεσα στον νυν και τον τέως πρωθυπουργό σε ό,τι αφορά τη γνώση, τη χρήση και την προφορά της αγγλικής γλώσσας είναι τεράστια.

Είναι προφανές ότι ο νυν πρωθυπουργός έκανε καλή χρήση των εκπαιδευτικών και εν γένει μορφωτικών εφοδίων που είχε τη δυνατότητα να του παράσχει αφειδώς η οικογένειά του («καλό σχολείο» με διευρυμένο σχολικό χρόνο, κατά τη διατύπωση του Μπαμπινιώτη, επιλεγμένοι καθηγητές, πρόσθετο διδακτικό υλικό κ.λπ.).

Είναι εξίσου προφανές ότι ο τέως πρωθυπουργός αμέλησε να πράξει κάτι αντίστοιχο την κατάλληλη χρονική στιγμή, κι αυτό –σπεύδω να πω– ανεξαρτήτως τού εάν το επίπεδο σπουδών που είχε τη δυνατότητα να του προσφέρει η οικογένειά του ήταν κατά πάσαν πιθανότητα σαφώς κατώτερο εκείνου που είχε την άνεση να προσφέρει η οικογένεια Μητσοτάκη στον νυν πρωθυπουργό.

Τούτων δοθέντων, καλούμαστε ως ελληνική κοινωνία να απαντήσουμε στο εξής ερώτημα: είμαστε ικανοποιημένοι –απευθύνομαι προπάντων στη νέα γενιά– με τα αγγλικά επιπέδου συνοικιακού φροντιστηρίου της δεκαετίας του ’80 ή θέλουμε κάτι πραγματικά καλύτερο, κάτι που να ανταποκρίνεται στις ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις ενός κόσμου που διαρκώς αλλάζει και διαρκώς εξελίσσεται, με βασικό εργαλείο –αυτό είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός– την αγγλική γλώσσα;

Εάν ισχύει το δεύτερο, όπως θέλω να πιστεύω, ο νυν πρωθυπουργός επωμίζεται ένα βαρύτατο φορτίο: να δημιουργήσει επιτέλους αυτά τα «καλά σχολεία» στα οποία αναφέρεται ο Μπαμπινιώτης και να δώσει τη δυνατότητα στους νέους ανθρώπους της χώρας μας, σε αυτούς που στη συντριπτική πλειονότητά τους φοιτούν σε δημόσια σχολεία, να λάβουν ποιοτική εκπαίδευση, να μορφωθούν ουσιαστικά, να αποκτήσουν τις δεξιότητες και τα γνωστικά εφόδια που θα τους επιτρέψουν να προκόψουν και να ευημερήσουν ως Έλληνες, ως Ευρωπαίοι, αλλά και ως πολίτες του κόσμου.

Το πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό καθίσταται ξεκάθαρο από τον καθηγητή. Αυτό που χρειάζεται είναι η βούληση και η τόλμη από πλευράς της πολιτικής ηγεσίας. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο