Ως αναμενόταν, μετά την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τον πρόεδρο Μπάιντεν, ο Ερντογάν αποφάσισε να σηκώσει τους τόνους, αλλά να μην ξεπεράσει τα όρια. Γιατί άραγε ήταν υποτονική η αντίδρασή του;

Πρώτον, διότι η Τουρκία βρίσκεται σε μερική διπλωματική απομόνωση. Αρκεί να απαριθμήσουμε τις προσπάθειες των τελευταίων μηνών προκειμένου να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ισραήλ και Αίγυπτο, ακόμη και με τη Γαλλία. Μάλιστα, αναλυτές που πρόσκεινται στον Ερντογάν ομιλούν περί πολιορκίας από τη Δύση με πολιορκητικό κριό την Ελλάδα, αποδίδοντάς μας κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη ενός αντιτουρκικού μετώπου. Αυτό προσπαθεί να διαρρήξει η Αγκυρα, αλλά συναντά ισχυρές αντιστάσεις ή πάντως αξιώσεις από τις άλλες χώρες (π.χ. Αίγυπτος – Μουσουλμανική Αδελφότητα), τις οποίες δυσκολεύεται να ικανοποιήσει.  Είναι, επομένως, εύλογο ότι ο Ερντογάν θα θελήσει να ανατρέψει τη δυσάρεστη για αυτόν κατάσταση σε σχέση με τον Μπάιντεν και μόνο αν αποτύχει θα σκεφτεί να στραφεί σε άλλες κατευθύνσεις. Γνωρίζει, ωστόσο, ότι δεν είναι σε θέση να επιβάλει τους όρους του και γι’ αυτό αργά ή γρήγορα θα ρίξει όλα τα χαρτιά στο τραπέζι, με στόχο η χρησιμότητα της Τουρκίας σε διάφορα μέτωπα (Συρία, Λιβύη, Καύκασος, Αφρική, τρομοκρατία) να εξαργυρωθεί σε μια μεγάλη διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η Ουάσιγκτον δείχνει ανυποχώρητη στο ζήτημα των S-400 και ευρύτερα στο θέμα των σχέσεων Αγκυρας – Μόσχας, κάτι που σημαίνει ότι ο τούρκος πρόεδρος δεν θα βγει αλώβητος από όποια επιλογή και αν προκρίνει.

Δεύτερον, η πτωτική πορεία της οικονομίας, με το εθνικό νόμισμα να είναι ιδιαιτέρως εύθραυστο, απαγορεύει σκέψεις για ρήξη με τις ΗΠΑ. Ηδη η τουρκική λίρα κλονιζόταν στην υποψία ότι η αναγνώριση της Γενοκτονίας θα προκαλούσε ρήγμα στις διμερείς σχέσεις και προεξοφλούσε μεγάλη πτώση σε περίπτωση που η Τουρκία ανέβαζε τους τόνους. Οταν ο Ερντογάν έχει καταστήσει εθνική πολιτική τον διαμοιρασμό πατατών και κρεμμυδιών στους φτωχούς συμπατριώτες του, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται, τα ρίσκα καλό είναι να αποφεύγονται. Πολλώ δε μάλλον όταν βρίσκεται σε εξέλιξη η υπόθεση της τουρκικής τράπεζας Halkbank, η οποία θα μπορούσε να επιφέρει μεγάλα πρόστιμα, μα κυρίως τον αποκλεισμό της από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, και βέβαια να προκαλέσει ανυπολόγιστη ζημιά στην εικόνα της χώρας στις αγορές.

Πάντως, μόνο τυχαία δεν ήταν η επιλογή Μπάιντεν να συνδυάσει το πρώτο του τηλεφώνημα προς τον Ερντογάν με μια κίνηση που δίνει επιχειρήματα στους επικριτές του δεύτερου να τον κριτικάρουν για αναποτελεσματικότητα και πολιτικές που γυρίζουν μπούμερανγκ εις βάρος των συμφερόντων της χώρας. Είναι, επίσης, σαφές ότι ακολουθεί πολιτική αρχών, εργαλειοποιώντας ζητήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προκειμένου να νομιμοποιηθεί η πίεση σε αυταρχικά καθεστώτα.

Δύο τελευταίες επισημάνσεις: η αμερικανική ηγεσία δεν επιθυμεί να χάσει την Τουρκία, ούτε βέβαια να τη «χαρίσει» στη Ρωσία ή την Κίνα, κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν θα ήταν εύκολο για την Αγκυρα. Εντούτοις, ο τρόπος που ο Μπάιντεν έχει επιλέξει να πολιτευθεί έναντι του Ερντογάν δείχνει πως θα επιθυμούσε έναν άλλο συνομιλητή στην Αγκυρα. Ως προς τα ελληνοτουρκικά, αν και περαιτέρω απόκλιση της Τουρκίας από τις ΗΠΑ ενδεχομένως να την αποχαλίνωνε, η υφιστάμενη κατάσταση και τα μηνύματα από την Ουάσιγκτον λειτουργούν αποτρεπτικά, έστω και αν η επιρροή των ΗΠΑ μοιάζει μειωμένη.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης είναι εκτελεστικός διευθυντής του ΙΔΙΣ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο