Κατά τον πρώτο εορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1974, δεν είχα κλείσει ακόμη τα δεκαπέντε. Πήγαινα στο 15ο γυμνάσιο αρρένων της Κυψέλης, που στεγαζόταν τότε όπως και τώρα (μεικτό πλέον) σε ένα από τα πιο όμορφα και τα πιο κακομεταχειρισμένα κτίρια της Αθήνας, λίγες δεκάδες μέτρα μακριά από την πλατεία του Αγίου Γεωργίου, το κατοπινό «οχυρό Ρούπελ» των κορωνοπάρτι επί πανδημίας. Ημουν επίσης εκλεγμένος πρόεδρος στην τάξη μου και, όμοια με όλους τους εκλεγμένους απανταχού της γης, έπαιρνα πολύ στα σοβαρά το αξίωμά μου. Κοινώς, την είχα ψωνίσει άγρια. Σε μια αλησμόνητη συνέλευση του τμήματος, όπου οι καθηγητές μας στέκονταν όρθιοι έξω από την τάξη, οι συμμαθητές και ψηφοφόροι μου με άκουσαν εμβρόντητοι να τους ανακοινώνω ότι σκοπεύω να τους εκπροσωπήσω στη γιορτή του Πολυτεχνείου και να καταθέσω μόνος μου το στεφάνι. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι μια ομαδική ευκαιρία για κοπάνα θα διολίσθαινε σε ατομικό μου περίπατο. Δεν θα άφηναν ατιμώρητο στις επόμενες αρχαιρεσίες έναν τόσο ξετσίπωτο παρτάκια.

Εκείνοι οι πρώτοι εορτασμοί του ξεσηκωμού, εκτός από την έντονη συγκινησιακή φόρτιση – η μνήμη ήταν εισέτι νωπή – και τη σχεδόν απίστευτη μαζική συμμετοχή στις πορείες (κατέβαινε στην Πατησίων κοντά στο ένα εκατομμύριο), προσέφεραν και πολλές ιλαρές στιγμές. Σίγουρα, μια από τις πιο ευτράπελες, ήταν να βλέπεις τον γυμνασιάρχη σου, φόβο και τρόμο μόλις ένα χρόνο πριν, να επιδεικνύει ξεδιάντροπα το δημοκρατικό του φρόνημα. Η σχολική γιορτή πάλι έπρεπε να συνδυάζει κάτι το πατριωτικά πομπώδες – μια μυρωδιά, ας πούμε, από 25η Μαρτίου ή 28η Οκτωβρίου – με το αντικομφορμιστικό και, κατά βάθος, νεανικά αυθάδικο πνεύμα του Πολυτεχνείου. Εν προκειμένω, μας έρχονταν κουτί τα επικολυρικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και όσα ποιήματα μαθαίναμε από τη σπόντα των τραγουδιών. Εκλαμβάναμε τους στιχουργούς του Μίκη ως ένα είδος οικιακών του βοηθών στο πιο κουλτουριάρικο.

Κορυφαίο ανάμεσα στις επιλογές μας ήταν το τρίτο ανάγνωσμα από το «Αξιον εστί». Η σπηλαιώδης φωνή του Μάνου Κατράκη (θρυλικής μορφής ήδη στο φαντασιακό μας, αφού είχε κατορθώσει να επιζήσει από το κολαστήριο της Μακρονήσου) σήκωνε την τρίχα μας κάγκελο, όποτε ξεχυνόταν από τα σχολικά μεγάφωνα. Ιδίως το ρυθμικά επαναλαμβανόμενο μοτίβο: «Οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες». Περιττό να προσθέσω ποια υπαρξιακή μας χορδή άγγιζε η εν λόγω φράση και σε πόσο ισχυρή μέθεξη μας οδηγούσε: νέοι, αλήτες· η διαχρονική μετενσάρκωση. Στην πρόσφατη μονομαχία στη Βουλή ο Πρωθυπουργός έστρεψε την προσοχή στην ανιστόρητη ταύτιση εκ μέρους του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης των «νέων με τα πρησμένα πόδια» και της νεολαίας Λαμπράκη. Ωστόσο, η ανιστόρητη ταύτιση δεν προδίδει μονάχα την εγκυκλοπαιδική ανεπάρκεια του Αλέξη Τσίπρα, περί της οποίας δεν διατηρούσαμε την παραμικρή αμφιβολία. Φανερώνει, δυστυχώς, μια πιο ζοφερή και πιο ανθεκτική νεοελληνική παθογένεια. Αξίζει να την εξετάσουμε λεπτομερέστερα.

Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, που θα κέρδιζε το 1979 την παγκόσμια αναγνώριση και το βραβείο Νομπέλ ως Ελύτης (ένα καλλιτεχνικό ψευδώνυμο ήδη σε χρήση από το 1935), δεν ήταν πια νέος όταν, το 1959, δημοσίευε το «Αξιον εστί». Ηταν 48 χρόνων και απείχε κιόλας δεκαεπτά χρόνια από την πηγή έμπνευσής του για τους «νέους με τα πρησμένα πόδια»: τη μεγαλειώδη αθηναϊκή διαδήλωση του 1942, κατά την πρώτη κατοχική εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου, που διαλύθηκε βίαια από τους έφιππους ιταλούς καραμπινιέρους. Πιο κοντά, τόσο στους νέους της εποχής όσο και στα οδυνηρά βιώματά τους, βρισκόταν το 1945, όταν δημοσίευε στο βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό «Τετράδιο» μια πρώτη μορφή από το εκτενές ποίημά του «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Ο «χαμένος ανθυπολοχαγός» του τίτλου δεν ήταν παρά το alter ego του ποιητή· ως έφεδρος ανθυπολοχαγός υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο ο ίδιος ο Ελύτης.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος εάν ο Ελύτης κατάφερνε να μην υπηρετήσει το 1940, ακόμη και αν το επιθυμούσε: μπορεί να ήταν επιφανής γόνος πλούσιας αστικής οικογένειας, αλλά και βενιζελικών πολιτικών αντιλήψεων, κάτι που αναμφίβολα δεν θα έπαιρνε με καλό μάτι το μεταξικό καθεστώς. Αληθεύει εξάλλου ότι ο νεαρός Αλεπουδέλης, όχι μονάχα δεν έκανε τίποτε για να αποφύγει τη στράτευση, αλλά τουναντίον την επιδίωξε (πήγαινε γυρεύοντας, θα λέγαμε σήμερα): το 1937 εγκατέλειψε τις πτυχιακές του εξετάσεις στη Νομική, κατατάχτηκε στον στρατό κι εκπαιδεύτηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας. Με την κήρυξη του πολέμου στάλθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου, βαθιά στη Βόρεια Ηπειρο, και το 1941 προσβλήθηκε από κοιλιακό τύφο· σχεδόν ετοιμοθάνατος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Ετσι είχε τη μακάβρια ευκαιρία να εξοικειωθεί με όλη τη βεντάλια της ανθρωποσφαγής: δίπλα στους νέους που κομματιάζονταν από τις οβίδες ή ψυχορραγούσαν ανήμποροι στα χιόνια, αντίκρισε και τους νέους που ακρωτηριάζονταν αργότερα στο χειρουργείο προκειμένου να σταματήσει η εξάπλωση της γάγγραινας από τα κρυοπαγήματα ή σιγολιώναν σαν κεράκια της Λαμπρής από τον πυρετό του τύφου.

Το συνταρακτικό στοιχείο στο «Ασμα ηρωικό και πένθιμο» είναι ότι ο Ελύτης δεν αντιμετωπίζει αυτούς τους νέους ως ημίθεους, ξεπεταγμένους από φύτρες πολεμιστών. Προφανώς οι συντριπτικά περισσότεροι ανάμεσά τους δεν είναι πλουσιόπαιδα και δεν έχουν τις κοσμοπολίτικες εμπειρίες του Αλεπουδέλη (στο εξωτερικό δεν έχουν ταξιδέψει ούτε στα όνειρά τους) αλλά όλο και κάποια γεύση έχουν πάρει από την ειρηνική παρένθεση του Μεσοπολέμου, όλο και κάποιο κορίτσι σε κάποιο χωριό τους περιμένει να επιστρέψουν, έστω και μόνο για να ολοκληρώσουν εκείνο το άγγιγμα στα πεταχτά που άφησαν στη μέση. Ακόμη και οι πιο αγαθιάρηδες από αυτούς τους νέους αντιλαμβάνονται ότι ένα κομμένο χέρι, πόσω μάλλον ένα κομμένο πόδι, ο υπόλοιπος βίος τους στηριγμένος σε μια πατερίτσα ή καθηλωμένος σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, θα είναι και η ταφόπλακα της ερωτικής τους ζωής, το ανοιχτό μνήμα για να θάψουν μια νεότητα που δεν πρόλαβαν καλά καλά να ερευνήσουν.

Κάθε γενιά ρέπει στην αμετροέπεια· δεν εξαιρείται ούτε η δική μου, ούτε η σημερινή. Κάθε γενιά αρέσκεται να εξομοιώνει τα δικά της βιώματα με τα βιώματα των προγόνων της, έστω και αν τα βιώματα καθαυτά αντιστέκονται στην εξομοίωση: πώς να βάλεις στο ίδιο ζύγι την κατάθεση στεφάνου με την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το φάσωμα στην πιλοτή της πολυκατοικίας με τον τρόμο κάτω από τα εχθρικά πυρά; Καταλαβαίνω όσους νέους αισθάνονται και συμπεριφέρονται ως πρωτόπλαστοι. Οσους πρεσβύτερους παραμυθιάζουν εν ψυχρώ τους νέους; Επίσης τους καταλαβαίνω, αλλά και τους σιχαίνομαι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο