Ηταν μία εβδομάδα με ευρωπαϊκή και ελληνική κινητικότητα σε κρίσιμα ζητήματα για την Ελλάδα. Μόνο που δυστυχώς, τελικά, η κίνηση έγινε σε όλα τα μέτωπα με την… όπισθεν. Την ώρα που ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ταξίδευε στη Λιβύη, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ πήγαιναν στην Αγκυρα. Δυστυχώς, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς ποιο από τα δύο αυτά ταξίδια πήγε πιο κακά για την Ελλάδα. Τα αποτελέσματα και των δύο έχουν καθαρό αρνητικό πρόσημο, το οποίο δεν κρύβεται (ούτε θα έπρεπε να επιχειρείται να κρυφτεί) με οποιαδήποτε προσπάθεια ωραιοποίησης, που άλλωστε δεν βγαίνει όσο κι αν την τραβήξει κανείς.

«Ηρθαμε στην Τουρκία για να δώσουμε ώθηση στις σχέσεις μας και απ’ αυτή την άποψη είχαμε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τον πρόεδρο Ερντογάν (…) αναμένουμε από την Τουρκία να τηρήσει τις δεσμεύσεις της περιλαμβανομένης της πρόληψης παράνομων αναχωρήσεων καθώς και την επανεκκίνηση επιστροφών από τα ελληνικά νησιά στην Τουρκία χωρίς καμία καθυστέρηση. Αυτό για μας είναι κρίσιμης σημασίας και θα είναι ένα σημαντικό δείγμα καλής θέλησης ότι η συνεργασία μας στο Μεταναστευτικό λειτουργεί»: αυτά είπε, μεταξύ άλλων, στην Αγκυρα η πρόεδρος της Επιτροπής,
που ο Ερντογάν την άφησε χωρίς… καρέκλα, να κοιτάει απορημένη τον φακό. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου πάλι είπε ότι «η ΕΕ θέλει σταθερό και ασφαλές περιβάλλον στην περιοχή και αμοιβαία επωφελή και θετική σχέση με την Τουρκία».

Και, αφού ειπώθηκαν αυτά και εξαντλήθηκαν οι τέσσερις προγραμματισμένες θεματικές ατζέντες της επίσκεψης, στο τέλος, εκτός προγράμματος και μετά από μακρά σειρά θεμάτων που τέθηκαν από την ΕΕ, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κλιματική αλλαγή και η κινητικότητα των λαών, ειπώθηκε και το εξής: «Η ΕΕ δεν θα σταματήσει να επισημαίνει τις αρνητικές εξελίξεις και αυτό ισχύει και για τις μονομερείς πράξεις έναντι των κρατών-μελών της όπως η Ελλάδα και η Κύπρος». Ε, αφού δεν θα σταματήσει να επισημαίνει, Ελλάδα και Κύπρος ας κοιμούνται ήσυχες.

Την ίδια ώρα στη Λιβύη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εισέπραττε ηχηρή άρνηση από τον μεταβατικό πρωθυπουργό της χώρας για το τουρκολιβυκό σύμφωνο. Το γιατί έπρεπε να πάει να το εισπράξει επί τόπου σε μορφή επίσημης επίσκεψης, το ξέρουν αυτοί που εμπνεύστηκαν ένα τέτοιο ταξίδι. Αν πάντως η κυβέρνηση ήταν εταιρεία, αυτοί που το εισηγήθηκαν και το οργάνωσαν, θα είχαν ήδη μαζέψει τα πράγματά τους από τα γραφεία τους. Το να στέλνεις έναν Πρωθυπουργό να εισπράξει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, συνιστά την επιτομή της κακής εκτίμησης και της ακόμα χειρότερης διπλωματίας.

Για να μπαλώσει τα αμπάλωτα, η κυβέρνηση λέει ότι Μητσοτάκης και Δένδιας «ενέγραψαν με την επίσκεψή τους στη Λιβύη στέρεες υποθήκες μελλοντικής συνεργασίας παγιώνοντας την αποφασιστικότητά τους να αποδυναμωθεί η όποια ισχύς του τουρκολιβυκού συμφώνου». Τι αξία έχει αυτό, είναι προφανές. Ολα αυτά δεν σημαίνουν ότι είναι λάθος το άνοιγμα ξανά της ελληνικής πρεσβείας στη χώρα. Αντιθέτως, ορθώς ανοίγει. Αλλο όμως αυτό και άλλο να πηγαίνουν ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών σε ένα ταξίδι που το αποτέλεσμά του είναι να λαμβάνουν μία εκκωφαντική επίσημη κάθετη καθολική άρνηση.

Η κυβέρνηση θέλει να κάνει το μαύρο άσπρο. Θέλει να δείξει επιτυχίες εκεί που δεν υπάρχουν, ενώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Αυτή είναι μία συνήθης, πλην πολύ βλαπτική τακτική. Είναι πολύ πιο χρήσιμο να μιλήσει με τη γλώσσα της αλήθειας. Η επίσκεψη της ηγεσίας της ΕΕ στην Αγκυρα επιβεβαίωσε ότι τα ελληνοτουρκικά είναι εντελώς εκτός ευρωτουρκικής ατζέντας. Και η επίσκεψη Μητσοτάκη στη Λιβύη απέτυχε εντελώς στον στόχο της. Αυτή είναι η πραγματικότητα: ήττα στο τετράγωνο.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο