Σκυλιασμένος μπήκε ο Ανέστης στο Βοίτυλο. Και τι να δει, ανάστατος ο τόπος. Άξαφνα αντίκρισε τη θάλασσα! Ωχ, η θάλασσα! Πρώτη φορά την έβλεπε τη θάλασσα. Κι άξαφνα μπλέχτηκε σ’ ανθρωποσύναξη μεγάλη.

‒ Τι τρέχει, βρε παιδιά; ρωτάει.

‒ Ο Μόσκοβος, μωρέ, τήρα, μωρέ, ήρθε ο Μόσκοβος, να τος!

Πέρα στον γιαλό, στο περιγιάλι κάτω, ήτανε φουνταρισμένες τρεις γαλιότες με δώδεκα κουπιά και μια φρεγάτα μεγαλούτσικη. Πάνω στις γέφυρες, σαν τα μερμήγκια λιάζονταν τα τσούρμα κι οι αρματωμένοι.

‒ Το λοιπόν; κάνει ο Ανέστης, σηκώθηκε ο τόπος;

Κανένας δεν του απάντησε. Ήτανε πια στα αίματα όλος ο κόσμος. Όλοι τρέχανε στις ρούγες και στις πλατείες. Πολλοί κρατούσανε στα χέρια κάτι μεγάλα χαρτιά γραμμένα και τα διαβάζανε δυνατά στους άλλους:

«Διά το έλεος του Θεού με εψήφισεν η Βασίλισσα πληρεξούσιον επίτροπόν της, ώστε εγώ, παρασταίνοντας το άγιόν της πρόσωπον και έχοντας τελείαν εξουσίαν εις πάντα και πολεμώντας, να ελευθερώσω το γένος σας από την σκλαβιά!»

‒ Ποιος τα λέει αυτά, μωρέ; βρόντηξε μια φωνή.

‒ Σσσσ! του κάνανε. Ο Ορλώφης! Σώπα.

«Έχοντας καλάς ελπίδας εις την δύναμι των Αγίων Γραφών και τας νίκας όπου έως τώρα εκάμαμεν, ογλήγορα να διώξωμεν τον τύραννον και να πηγαίνωμεν εις την Κωνσταντινούπολιν. Τώρα δε όπου έφθασα εις τον Μωρέαν, φανερώνω εις όλο το Γένος των Ρωμαίων ότι δεν θέλω λείψει να βάλω εις πράξιν από μέρους μου κάθε μέσον, μη ψηφώντας κινδύνους, διά να τους ελευθερώσω!»

Κάποιος ήρθε τρέχοντας:

‒ Κατεβήκανε στην καπιτάνα (τη ναυαρχίδα) οι Μαυρομιχαλαίοι!

‒ Πότε, πότε;

‒ Να, τώρα. Πάνε ν’ ανταμώσουνε τον Ορλώφ. Θ’ αποφασίσουνε.

Η μέρα πέρασε βαριά, στενάχωρα. Κουφόβραση πλάκωνε τα στήθια, μια κακιά νοτιά. Το βράδυ μαθευτήκανε κι άλλα.

‒ Οι δυο ήτανε, έλεγε ο κόσμος. Ο Στέφανος κι ο Σκυλόγιαννης (οι Μαυρομιχαλαίοι). Είδανε τον Ορλώφ. Τον ένανε. Θόδωρος, θαρρώ, τόνε λένε. Αλλά δε μ’ αρέσει πώς έρχουνται τα πράματα. Να δούμε. Δε μ’ αρέσει.

Αργά κοινολογηθήκανε κι άλλα.

‒ Φέρανε, λέει, 60 καντάρια μπαρούτι. Σε βαρέλια από 400 οκάδες.

‒ Μπόμπες;

‒ Στάσου, ντε. Φέρανε και 30 καντάρια μπόμπες.

Ο κόσμος σούρωσε τα φρύδια.

‒ Τι να σου κάνουνε 30 καντάρια. Μ’ αυτά θα τον βαρέσουμε τον μπεηλέρμπεη;

‒ Δεν ξέρω, άμε να τους τα πεις. Δυο κάτεργα ξεφορτώνουνε.

Νύχτωνε πια, κι όμως λαός πολύς στεκότανε στ’ αραξοβόλι κι έβλεπε τις βαριές τις κάσες που τις ξεφόρτωναν οι Ρούσοι. Κοίταζε ο κόσμος τα ξανθά γιγαντόσωμα παλικάρια και δε μιλούσε, ουδέ και πολυζύγωνε.

‒ Άρματα είναι μες στις κάσες. Ντουφέκια, μπιστόλια, σπαθιά…

Τον Ανέστη τόνε περιμάζεψε ένας ντόπιος στο σπίτι του‒ του πήρε το σπασμένο αρχαίο κεφάλι για πληρωμή‒ ένα δίπατο νοικοκυρόσπιτο με αυλή. Εκεί στην αυλή, σε μια αδειανή ξυλαποθήκη τον βάλανε τον Ανέστη, να περάσει τη νύχτα. Του ’δωσαν κι ένα πιάτο φαΐ. Αποσταμένος ο Ανέστης μηδέ που πρόφτασε να ξαπλώσει. Ξύπνησε μέρα πια. Έξω άκουσε κουβέντες. Θαρρείς και τον έχουνε ξεχάσει ολότελα. Βγήκε και καλημέρισε. Ένα φλαμούρι στη μέση της αυλής, και μια φουντωτή περικοκλάδα αγκάλιαζε τη θύρα, σκαρφαλώνοντας στους παραστάτες.

‒ Άντε τώρα, του είπε ένας ψυχογιός. Άμε να δουλέψεις.

‒ Βρες μου δουλειά, έκανε ο Ανέστης.

‒ Τι ξέρεις;

‒ Ξέρω τ’ άρματα.

‒ Πάαινε στο πόρτο. Ίσα-ίσα γυρεύουνε ν’ αρματώσουνε κόσμο.

Πήγε στο λιμάνι, μα ήτανε θάλασσα τα πράματα. Είχανε κατεβεί από τα γύρω χωριά κάπου εκατό αρματωμένοι και φωνάζανε και σουλάτσερναν. Οι Ρούσοι είχανε ξανά τρυπώσει στα καράβια τους. Μιαν αστραπή εφέγγιζε σ’ ολωνών τα μάτια, ακόμα και στων γυναικών τα μάτια, πίσω απ’ τα μισογερτά παραθύρια.

‒ Ακούς εκεί τον κερατά, αφέντη τόνε βάλαμε;

Είχε μαθευτεί, λέει, ότι ο Ορλώφ, ο πρίντζιπας, τους εμίλησε άπρεπα στους Μαυρομιχαλαίους.

‒ Άσκημα; Πώς άσκημα;

‒ Τους διάταξε, λέει… ποιος διατάζει εδώ;… «Τους ανθρώπους σου να διατάζεις», του είπανε κι αυτοί. «Γρήγορα, λέει, να μηνύστε και στους άλλους τους καπετανέους» έτσι διάταξε ο Ορλώφης. Δεν του άρεσε του κυρ-Στέφανου ο τρόπος. Πήρε τον αδερφό του και βγήκανε στη στεριά δίχως άλλη κουβέντα. Τώρα ζητάνε γράμμα της Αυτοκρατόρισσας με την υπογραφή της. «Είμαστε έτοιμοι να σηκωθούμε, μα τα παθήματα μάς γινήκανε μαθήματα», έτσι του είπανε του πρίντζιπα.

‒ Αλλά είπε, λέει, ο πρίντζιπας ότι έρχεται κι ο αδερφός του ο Αλέξης μ’ άλλα καράβια, με στρατό. Γι’ αυτό τσακωθήκανε οι εδικοί μας, μας κοροϊδεύουνε, λέει. Με τέσσερα ή δεκατέσσερα καράβια και με πεντακόσιους ή χίλιους Μοσκοβίτες δε γίνεται τίποτα. Να φέρουνε μπαρούτια, να φέρουνε μπόμπες, άρματα, να φέρουνε και στρατό. Δεν τους πιστεύει πια κανένας τους «Φράγκους» (ήθελε να πει τους «ξένους»).

Τέλος, περάσανε δεκατρείς μέρες, όσο να βρούνε τρόπο να συμφωνήσουνε οι Μανιάτες με τον Ορλώφ.

*Απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη «Οι μαυρόλυκοι» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1981, τ. 3, σ. 136-139). Το εν λόγω μυθιστόρημα αποτελεί ένα χρονικό της Τουρκοκρατίας των ετών 1565-1799, το δε συγκεκριμένο απόσπασμα αναφέρεται, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, στα περιβόητα Ορλωφικά.

 
 

Ο λογοτέχνης Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης, τέκνο του ιατρού και βουλευτή Νικολάου Πετσάλη και της Θεοδώρας Διομήδη, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 11 Σεπτεμβρίου 1904.

Αφού σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στη Γαλλία (Μονπελιέ και ακολούθως Παρίσι), επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του και έλαβε, τον Απρίλιο του 1928, το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή.

Η επαγγελματική σταδιοδρομία του ξεκίνησε από το Τμήμα Οικονομικών Μελετών και Στατιστικής της αρτισύστατης Τράπεζας της Ελλάδος, την περίοδο κατά την οποία διοικητής αυτής ήταν ο Αλέξανδρος Διομήδης, αδελφός της μητέρας του.

Ο Πετσάλης-Διομήδης αναμείχθηκε στην ενεργό πολιτική, προσχωρώντας στο Προοδευτικό Κόμμα του Γεωργίου Καφαντάρη και λαμβάνοντας μέρος ως υποψήφιος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 1932.

Ο Πετσάλης-Διομήδης πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» το 1923.

Τα πρώτα διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ερανιστής» το 1924 και το 1925.

Στο ιδιαίτερα αξιόλογο συγγραφικό έργο του περιλαμβάνονται διηγήματα, ιστορικά μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και χρονικά.

Ο Πετσάλης-Διομήδης τιμήθηκε για το λογοτεχνικό έργο του από την Ακαδημία Αθηνών το 1950, ενώ έλαβε το Α’ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1957 («Έξαρσις της γλυκείας χώρας Κύπρου») και το Α’ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορηματικής Βιογραφίας το 1963 («Ελληνικός όρθρος»).

Το 1977 αναγορεύτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1994 επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης απεβίωσε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 1995.

 
 

Αντί άλλου επιλόγου στο παρόν άρθρο, ένα μικρό απόσπασμα από κείμενο γραμμένο από τον πρωτότοκο γιο του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη, Νίκο, αφιερωμένο στον πατέρα του και δημοσιευμένο στο περιοδικό του προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος «Ο Κύκλος» (αναμνηστικό τεύχος, Δεκέμβριος 2020). Το εν λόγω κείμενο του Νίκου Πετσάλη-Διομήδη (γραμμένο στην Κηφισιά, στις 9-10 Νοεμβρίου 1995) φέρει τον τίτλο «Μερικές εικόνες χωρίς κορνίζα», ο οποίος παραπέμπει (εν είδει λογοπαιγνίου) σε εκείνον του πρώτου βιβλίου του πατέρα του («Μερικές εικόνες σε μια κορνίζα»), που είχε εκδοθεί το 1925:

Μια ακόμα εικόνα χωρίς κορνίζα, πιο πρόσφατη αυτή. Στο πρώτο νεκροταφείο, καμιά κατοσταριά, ίσως διακόσιοι άνθρωποι, αληθινοί φίλοι οι περισσότεροι, που αγαπούσαν ειλικρινά τον «τόσο καλό, τόσο γλυκό, τόσο αγαπητό Θανάση, που ποτέ δεν έκανε σε κανέναν κακό…». Εγώ (λίγο πιο δυναμικός, ίσως, κι άτεγκτος απ’ αυτόν) μεταχειρίζομαι μια προσφιλή του αποστροφή, το «άει-σιχτίρ» –με έντονο τονισμό της τελευταίας συλλαβής– για να σχολιάσω την απουσία οποιουδήποτε εκπροσώπου της Πολιτείας στην κηδεία του. Ο ίδιος, καταπώς τον ήξερα, θα το έκρινε ειρωνικά, αλλά και με πικρία για την πατρίδα που είχε πιστέψει και υμνήσει. Και ίσως, σε τελευταία ανάλυση, δεν θα τον πείραζε που κανένας μικρούτσικος «ελληνάκης» (έκφραση του Διομήδη αυτή) –πόσο ξένος θα ’ταν, μα την αλήθεια!– δεν καταδέχτηκε να παρευρεθεί στο ξόδι του…

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο