Δεν ξέρω πόσο μεγάλος συγγραφέας υπήρξε ο Φρανσουά Μοριάκ, αν και το 1952 πήρε Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ηταν όμως ένας εξαιρετικός αρθρογράφος.

Στυλίστας, δηκτικός, μαχητικός, ενίοτε με χιούμορ. Η στήλη του «Bloc-note» στη «Figaro» ή το «Express» άφησε εποχή.

Την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και της διαιρεμένης Γερμανίας σε Ανατολική και Δυτική, ο Μοριάκ έγραφε: «Αγαπώ τόσο πολύ τη Γερμανία ώστε με ενθουσιάζει που υπάρχουν δύο» (1967).

Πέθανε λίγο αργότερα, πριν από την επανένωσή τους.

Αλλά θα μπορούσα να συμφωνήσω με την ουσία της σκέψης του. Μακάρι να είχαμε δύο ή περισσότερες Τουρκίες. Ισως τις αγαπούσαμε περισσότερο.

Δεν τις έχουμε. Κι έτσι διακόσια χρόνια αφότου το Γένος κήρυξε την ανεξαρτησία του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Τουρκία παραμένει μια διαχρονική σκοτούρα. Από την Τριπολιτσά του 1821 έως την τηλεδιάσκεψη της περασμένης Πέμπτης, μαζί της ασχολούμαστε.

Γείτονες; Ασφαλώς. Αλλά και με τους Ιταλούς είμαστε γείτονες και με τους Βούλγαρους και με τους Αλβανούς. Μπορεί να είχαμε ή να έχουμε διαφορές, μπορεί να έχουμε πολεμήσει και εναντίον τους, αλλά τέτοιο ζόρι τέτοιας διάρκειας όπως με την Τουρκία δεν έχουμε τραβήξει με κανέναν.

Ενα ζόρι χωρίς προοπτική.

Τα πρώτα εκατό χρόνια καλλιεργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι ο οθωμανός «Μεγάλος Ασθενής» μπορεί να βρει την υγεία του βαδίζοντας τον δρόμο ενός οικονομικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού.

Αναρίθμητες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις του 19ου αιώνα πόνταραν σε κάποιο «ευρωπαϊκό κόμμα» στην Τουρκία που (υποτίθεται) θα τους έκανε το χατίρι.

Εσπασαν τα μούτρα τους. Τέτοιο κόμμα δεν υπήρξε ή πάντως κανείς δεν το πήρε χαμπάρι.

Τα επόμενα εξήντα χρόνια διάφοροι άλλοι αισιόδοξοι άνθρωποι θεώρησαν ότι ο «κεμαλισμός» θα μετατρέψει την Τουρκία σε κάποιας μορφής δυτική κοινωνία που θα λειτουργεί με κάποιας μορφής δυτική δημοκρατία.

Επεσαν έξω.

Τα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν παραδεχτήκαμε μεν ότι η Τουρκία μάλλον δεν είναι, ούτε θα γίνει Ευρώπη, αλλά ελπίσαμε ότι τουλάχιστον μπορούμε να την προσεταιριστούμε σε μια «εταιρική» βάση.

Κι αυτό το σχέδιο βούλιαξε στον Βόσπορο.

Την τελευταία δεκαετία πλέον η Τουρκία του Ερντογάν επανέφερε απροκάλυπτα το «οθωμανικό όνειρο» στο επίκεντρο της στρατηγικής της. Θέλει να γίνει περιφερειακή δύναμη και να κυριαρχήσει στην περιοχή είτε διά της επιβολής είτε διά της «φινλανδοποίησης» των άλλων.

Ξέρετε ποια είναι η ωμή αλήθεια; Οτι διακόσια χρόνια τώρα έχουμε σταθερά πέσει έξω με την Τουρκία. Σπανίως τους μετρήσαμε σωστά. Και εμείς, και η Ευρώπη.

Η διαδρομή αυτή όμως άφησε δύο πολύ σοβαρά διδάγματα.

Πρώτον, ότι κάθε φορά που αντιμετωπίσαμε την Τουρκία μόνοι ή απομονωμένοι ηττηθήκαμε. Το 1897, το 1922, το 1974.

Δεύτερον, ότι κάθε φορά που η Τουρκία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια συμμαχία ηττήθηκε. Το 1827, το 1912, το 1914-18.

Δεν ξέρω αν προέκυψε τυχαία (δεν το πιστεύω…), αλλά η μεταστροφή των συσχετισμών το τελευταίο 18μηνο προέκυψε από τη συγκρότηση ενός ευρύτερου, έστω άτυπου, αντιτουρκικού συνασπισμού.

Ακούω τους γνωστούς χλεχλέδες να οδύρονται ότι η Τουρκία δεν πρέπει να αποκλειστεί από την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Και θα συμφωνήσω: καλό θα ήταν να μην…

Αλλά θα μπει στο κόλπο με δικούς μας ή έστω με κοινά αποδεκτούς όρους. Οχι με τους δικούς της.

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο είναι να αντιστρέψουμε τη φορά της συζήτησης. Αρκετά κουβεντιάσαμε τι επιδιώκει ή τι θέλει η Τουρκία από εμάς. Τώρα θα πρέπει να πούμε τι ζητούμε εμείς από την Τουρκία.

Και στο «εμείς» βάζω μέσα τους πάντες. Την Ευρωπαϊκή Ενωση, τις ΗΠΑ, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, την Ελλάδα ή τη Σαουδική Αραβία. Μόνο εφόσον ηττηθεί το αίτημα περιφερειακής κυριαρχίας της Τουρκίας, θα μπορέσει η συνύπαρξη, ακόμη και η συνεργασία, μαζί της να μπει σε μια λειτουργική βάση.

Φυσικά δεν πρέπει να τρέφουμε αυταπάτες. Μια ισχυρή ομάδα κρατών της Ευρωπαϊκής Ενωσης παραμένει ακόμη στη λογική του κατευνασμού και του καλοπιάσματος. Θέλει πρωτίστως να αποφύγει κάθε είδους σύγκρουση ή ένταση, θεωρώντας ότι τέτοιες καταστάσεις περιέχουν κόστος (σωστό) χωρίς όφελος (λάθος).

Είναι η μόνιμη λογική της Γερμανίας, αλλά όχι μόνο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συντρέχει ένα ζήτημα συμφερόντων. Ακόμη κι αδιαφορίας για χώρες μακριά από τη Μεσόγειο που δεν βλέπουν γιατί να μπλέξουν.

Περισσότερο όμως είναι ο φόβος πολλών ευρωπαϊκών χωρών μήπως μετατραπούν σε ομήρους της ελληνοτουρκικής διαμάχης.

Η Αγκυρα το επαναφέρει συνέχεια και κατηγορεί σταθερά την Αθήνα και τη Λευκωσία ότι επιδιώκουν να παραμερίσουν το διμερές.

Προφανώς έχει δίκιο – η Αγκυρα…

Απέναντί της οικοδομήθηκε ένας συσχετισμός που δεν της αφήνει πολλά περιθώρια. Οι όποιες ελληνοτουρκικές διαφορές ενσωματώνονται σε ένα ευρύτερο και δυσμενέστερο για την Τουρκία πλαίσιο.

Θα έλεγα ότι είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας μετά την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση, το 2004.

Είναι λογικό λοιπόν να αντιτίθεται σε αυτή την πολιτική η Τουρκία. Αλλά να αντιτίθενται ορισμένοι εξ ημών κινείται στα όρια του ακατανόητου.

Για ποιο λόγο άραγε η Ελλάδα είναι υπόλογη αν η Τουρκία περιέρχεται σε δυσχερή θέση; Και με ποια λογική η Ελλάδα οφείλει να δείξει κατανόηση και να συμπράξει στο ξεπέρασμα της δυσχέρειας;

Φοβούνται άραγε μη στενοχωρηθεί η Τουρκία; Ή μήπως έχουν τόσο πολύ αφομοιώσει τη λογική του κατευνασμού της;

Τι συμβαίνει στα μυαλά τους;

Ακούω πολλά, αλλά δεν θα απαντήσω εγώ. Θα υπενθυμίσω απλώς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή όταν έλεγε ότι «στην Ελλάδα ψάχνουμε μια συνωμοσία για να εξηγήσουμε τα πράγματα, ενώ συνήθως η εξήγηση είναι η απλή μ@λ@κι@!».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο