Ηταν ένα πρωί στο Αμβούργο πριν από 12 χρόνια, στα γραφεία της εφημερίδας «Die Zeit», στο γραφείο του εκδότη της, πρώην καγκελαρίου της Γερμανίας Χέλμουτ Σμιτ. Η συνάντηση είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει μισή ώρα. Τελικά κράτησε πάνω από τρεις, καθώς επεκτάθηκε στη μεγάλη αγάπη του Σμιτ: τη μουσική. Επαιζε πιάνο τόσο καλά, ώστε ηχογράφησε έργα του Μπαχ και του Μότσαρτ για τρία πιάνα μαζί με τον Εσενμπαχ και τον Φραντζ, τους δύο ανερχόμενους γερμανούς αστέρες του πιάνου στα τέλη του ’70. Η συζήτηση για τη μουσική, όπως και για την Ευρώπη, είχε τεράστιο ενδιαφέρον. Ομως τώρα ας μείνουμε σε κάτι άλλο: στο γιατί ο Σμιτ ήταν τόσο σκληρά επικριτικός έναντι του ιδεολογικά ομοταγούς του σοσιαλιστή Ανδρέα Παπανδρέου.

Μιλώντας για τη σχέση του Σμιτ με την Ελλάδα και την ελληνική πολιτική, ήταν κυρίαρχη η (γνωστή) εκτίμησή του στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. «Ο μόνος άνθρωπος που μπορούσες να εμπιστευτείς στην ελληνική πολιτική» είπε και ξαναείπε. Τη σύγκριση με τον Ανδρέα Παπανδρέου την έκανε μόνος του. Δεν χρειάζεται να γραφτεί εδώ τι ακριβώς είπε. Πάντως, αυτά που είπε ήταν σκληρά. Στην αρχή τα απέδωσα στη στάση του Ανδρέα έναντι της ΕΟΚ. Μετά, στην οικονομική πολιτική του και στο χρέος που άρχισε να σωρεύει στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80. Οταν όμως τον ρώτησα γιατί ήταν τόσο επικριτικός για τον πρώτο σοσιαλιστή πρωθυπουργό της Ελλάδας, η απάντησή του ήταν κάτι περισσότερο από ξάφνιασμα. Δεν ήταν ούτε η ΕΟΚ, ούτε τα χρέη, ούτε οι δημαγωγίες, ούτε τίποτε από αυτά. Τον ενοχλούσαν πολύ, όμως δεν ήταν αυτά. Ηταν η στάση του Ανδρέα έναντι της τρομοκρατίας στη Γερμανία την εποχή που ο Σμιτ ήταν καγκελάριος, πριν ο Παπανδρέου γίνει πρωθυπουργός. Ηταν κάποιες δηλώσεις του για τα λεγόμενα «λευκά κελιά» των μελών της Μπαάντερ Μάινχοφ που τον είχαν εξοργίσει τόσο, ώστε να μιλά έτσι σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα. Δεν τις ξέχασε ποτέ.

Ηταν επί Σμιτ όταν φούντωσαν οι αυτοκτονίες μελών της τρομοκρατικής οργάνωσης που βρίσκονταν καταδικασμένα στις φυλακές. Σε κάποια δήλωση, ο Ανδρέας είχε επιτεθεί στην τότε γερμανική κυβέρνηση στη λογική ότι δήθεν εκείνη ήταν πίσω από τις αυτοκτονίες τρομοκρατών στα «λευκά κελιά» που είχαν συγκλονίσει τη γερμανική κοινωνία στη δεκαετία του ’70. Για τον Σμιτ ήταν μέγα θέμα τιμής: ούτε ανεχόταν τέτοιου είδους ανυπόστατες κατηγορίες, ούτε όμως αποδεχόταν οποιαδήποτε ανοχή στην τρομοκρατία. Τα αντιμετώπιζε όλα αυτά ως απαράδεκτους πολιτικούς τσαρλατανισμούς και ως βαθιά προσωπικές προσβολές. Ηταν απόλυτος: η τρομοκρατία ήταν κάθετα απέναντι στη δημοκρατία. Δεν υπήρχε σημείο επαφής, ούτε χωρούσε συζήτηση. Η τρομοκρατία ήταν ο πιο επικίνδυνος εχθρός της δημοκρατίας. Αυτή ήταν η θέση του. Και ήταν σωστή. Δεν υπήρχε κανένα περιθώριο ελαστικότητας του κράτους έναντι δολοφόνων τρομοκρατών. Πολύ περισσότερο, όταν αυτοί δεν είχαν καν αναθεωρήσει τα εγκλήματά τους, δεν είχαν μετανιώσει και δεν είχαν ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτά, όπως λ.χ. έγινε στο εντελώς ιδιόμορφο ιταλικό φαινόμενο, που όμως διέφερε εντελώς από κάθε άλλης χώρας.

Στον δυτικό κόσμο το σύνορο ανάμεσα στη δημοκρατία, τον σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και το κράτος δικαίου από τη μία και την τρομοκρατία από την άλλη είναι εντελώς αδιάβατο. Σε άλλες χώρες, που κατά καιρούς συγκεντρώνουν τον θαυμασμό της Αριστεράς, όπως η Ρωσία ή η Κίνα, είναι διαφορετικά, αλλά πολύ σκληρότερα: εκεί, τους τρομοκράτες δεν τους βλέπει ποτέ ξανά το φως του ήλιου. Απλώς εξαφανίζονται. Πάντως δημοκρατία και τρομοκρατία δεν συνυπάρχουν. Τελεία. Δυστυχώς εδώ, κάποιοι δεν το αντιλαμβάνονται ακόμα και σήμερα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο