Ολα ξεκίνησαν από την «Οντίλ»: «Είναι καθισμένη μαζί με τους άλλους στον πάγκο, τσακισμένη, το βλέμμα άδειο και το στόμα ανοιχτό, το έντονα κίτρινο και υπερβολικά μεγάλο γι’ αυτήν αδιάβροχό της κουμπωμένο μέχρι τον λαιμό, μια σταγόνα χρώματος μέσα στον ωκεανό του μπλε των συνοδών χωροφυλάκων, που τραβάει αμέσως το βλέμμα· είναι υπερβολικά εύθραυστη, υπερβολικά νέα, υπερβολικά απούσα, υπερβολικά χειροπεδημένη· αμέσως σκέπτεται κανείς πως δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εδώ». Ολα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2008 από αυτή τη νεαρή γυναίκα που είχε κατηγορηθεί ότι έκλεψε ένα ζευγάρι παπούτσια, και από αυτό το κείμενο (είναι μόνο η αρχή του) με τίτλο «Αθλια», που έκανε τον Maître Eolas να καλέσει τους χιλιάδες αναγνώστες του ήδη καταξιωμένου μπλογκ του να σπεύσουν να το διαβάσουν στο νεόκοπο, ανταγωνιστικό μπλογκ που το φιλοξενούσε: έτσι έγινε γνωστός ο Maître Mô, έτσι απέκτησε και δεύτερο διάσημο δικηγόρο – μπλόγκερ η Γαλλία. Οι δυο τους θα γίνονταν αργότερα αδελφικοί φίλοι.

Ο Maître Eolas παραμένει ανώνυμος, ο Maître Mô, πάλι, αποκάλυψε από νωρίς την πραγματική ταυτότητά του, πριν αποκτήσουν αμφότεροι δεκάδες χιλιάδες ακολούθους στο twitter: Ζαν-Ιβ Μουαγιάρ, γεννημένος το 1967 στη Λίλλη, εγγεγραμμένος στον δικηγορικό σύλλογο της πόλης από το 1992, ποινικολόγος «ενώπιον των κακουργιοδικείων και των πλημμελειοδικείων», ένας γίγαντας με ύψος δύο μέτρα, «τεράστια αφτιά για να ακούει το χειρότερο και ένα βλέμμα παιδικό για να το αντιμετωπίζει», ένας άνθρωπος με βροντερή φωνή και ακόμα πιο βροντερό γέλιο, έναν αυτοσαρκασμό που δεν άφηνε κανένα περιθώριο στην αλαζονεία, και «μια ικανότητα ενσυναίσθησης που δεν βρήκε ποτέ τα όριά της, σε σημείο που συμπεράναμε πως δεν υπήρχαν», ένας ποινικολόγος που «πίστευε στην αποστολή του, πίστευε πως μία δίκη, εμπεριέχει την ανθρώπινη ύλη», και είχε «κάτι από την κομψότητα του Αθου, την κατεργαριά του Αραμη, την αγάπη για το φαγητό του Πόρθου και το θράσος του Ντ’ Αρτανιάν» – ένας «καλοπροαίρετος δικηγόρος και αυτό δεν είναι οξύμωρο».

Το μπλογκ του, αυτό το «μικρό δικαστικό χρονογράφημα», έφτασαν να το διαβάζουν εκατό χιλιάδες άνθρωποι, επαγγελματίες λειτουργοί της Δικαιοσύνης, φοιτητές Νομικής αλλά και αδαείς. Την καθημερινότητά του κατέγραφε εκεί ο Maître Mô με τη φοβερή του πένα, αλλάζοντας ονόματα και ονομασίες αλλά κρατώντας την ουσία. Μετά την «Οντίλ», ήρθε η σειρά του «Κοριτσιού», μιας έφηβης που είχε κακοποιηθεί από τον πατριό της, κι έπειτα ο μονόλογος – ομολογία του «Ντιντιέ», που καταδικάστηκε σε 17 χρόνια φυλάκιση γιατί σκότωσε τη γυναίκα που (υποτίθεται) αγαπούσε, και η ιστορία του «Αχμέτ», που κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε τη σύζυγό του κι έκανε τον Maître Mô να απαντήσει επιτέλους στα δύο μεγάλα ερωτήματα: «Πώς μπορείς να είσαι βέβαιος ότι κάποιος είναι αθώος;», «Πώς μπορείς να υπερασπιστείς έναν ένοχο;».

Το 2013, ο Ζαν-Ιβ Μουαγιάρ υπερασπίστηκε τον Ντενίς Ουαξέν – κατηγορούνταν πως είχε βιάσει και σκοτώσει άγρια πολλά παιδιά. «Λέει πως είναι αθώος, αλλά σαν ένα παιδί που πιάνεται με το χέρι μέσα στο βάζο. Εγώ, αρχίζω να έχω σωματικά σημάδια, γιατί έχω να κάνω με έναν τύπο στα όρια αυτού που είμαστε. Εχασα 11 κιλά μέσα σε δεκαπέντε μέρες» είχε διηγηθεί στο L’Obs. Στη διάρκεια της δίκης, ο πελάτης του κατέληξε να ομολογήσει, αφηγήθηκε φριχτές πράξεις. Μηχανικά όμως, χωρίς κανένα συναίσθημα. Οταν ήρθε η ώρα του να αγορεύσει, ο Μουαγιάρ ξεκίνησε ως εξής: «Μου είχαν πει πως θα συναντούσα ένα τέρας και συνάντησα έναν άνθρωπο». Καθώς μιλούσε, άρχισε να ακούει έναν ήχο που γινόταν όλο και πιο δυνατός: ήταν ο κατηγορούμενος που έκλαιγε.

«Δεν υπήρχε ένας απόβλητος (του άρεσε αυτός ο όρος) στον οποίο να μην καταφέρει να εντοπίσει τη φλόγα του ανθρώπου, κάνοντας δικαστές, ενόρκους, ενίοτε ακόμα και την πολιτική αγωγή, να στρέψει το βλέμμα προς αυτό το φως. Οχι για τη συγχώρεση, υπερασπίστηκε ανθρώπους για τους οποίους η συγχώρεση ήταν αδύνατη, αλλά για να θυμόμαστε, παρ’ όλ’ αυτά, πως είναι ένας άνθρωπος, ένας από εμάς, ένας αδελφός μας, αυτός που κρίνουμε. Είναι τιμή της κοινωνίας μας να κρίνει χωρίς μίσος και στο μέτρο του δυνατού χωρίς οργή, να τιμωρεί χωρίς να εξευτελίζει, να σκέπτεται πάντα το μέλλον και να αναρωτιέται τι θα χρειαστεί ώστε εκείνος που για κάποιο διάστημα θα μείνει αποσυνάγωγος να ξαναβρεί μια μέρα τη θέση του μέσα στην ανθρώπινη αδελφότητα. Αυτή η ανάγκη ήταν για εκείνον προφανής».

Θα το καταλάβετε από τα πολλά εισαγωγικά, ο Ζαν-Ιβ Μουαγιάρ, ο Maître Mô, δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Πέθανε το Σάββατο από καρκίνο, σε ηλικία μόλις 53 χρόνων, σήμερα θα γίνει η κηδεία του στη Λίλλη. Κι είναι εντυπωσιακός ο φόρος τιμής που του αποδίδει στη Γαλλία ο Τύπος, το twitter, οι συνάδελφοι, οι ακόλουθοί του, μιλώντας όχι για τις υποθέσεις του αλλά για τον ίδιο ως άνθρωπο, και το πόσο θα τους λείψει. Ποινικολόγοι σαν αυτόν είναι που περνούν στη συλλογική μας Ιστορία, όχι σαν εκείνον που μιλάει για «επαγγελματίες ομοφυλόφιλους». Μια κάποια παρηγοριά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο